Monday, June 8, 2009

Mojito dance @ Mykonos...




Βρίσκονταν σε ένα μικρό και σκοτεινό μπαρ, χωμένο σε ένα από τα αμέτρητα σοκάκια του νησιού. Όλο το νησί χόρευε σε ρυθμούς ανελέητους, είχε βουλιάξει από νέους που το μόνο που ήθελαν ήταν να αφεθούν, να τους παρασύρει η ατίθαση αυτή αύρα και να περάσουν στιγμές αξέχαστες. Όλοι έπιναν, χόρευαν, τραγουδούσαν χωρίς να έχουν πια φωνή. Διασκέδαζαν χωρίς διακοπές, αυτό ήταν για κείνους ξεκούραση. Ήξεραν πως μέχρι να γυρίσουν στην βουή της πόλης θα είχαν ξεχάσει τους και τις παρτενέρ που συνόδευαν αυτά τα βράδια. Τίποτε όμως δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό τους αυτή την ξένοιαστη απόδραση. Λίγο παραπέρα ακουγόταν το κύμα που έσκαγε ανυπόμονο στο δρομάκι που ποδοπατούνταν οι θαμώνες των παραλιακών κλαμπ, ακουγόταν η δυνατή μουσική που ήταν η ίδια για όλους, τα τακούνια που χτυπούσαν στις πέτρες σύμφωνα με τον ρυθμό και ο ερωτισμός που ξεχείλιζε από παντού... Τα κορμιά ιδρωμένα, φιλιά, χάδια, η ατμόσφαιρα σε σημεία ανεξέλεγκτα και ο χορός πρόστυχος για να επιβεβαιώνει τα αντίστοιχα λόγια. Μαυρισμένοι κοιλιακοί και στήθη, ανέμελα μαλλιά και αλατισμένα σώματα δεν έπαυαν να κινούνται, μισό-καλυμμένα με άχρηστα περιτυλίγματα. Άλλοι ντυμένοι εντυπωσιακά, άλλοι με όσο λιγότερα μπορούσαν, με μαγιώ, χωρίς παπούτσια, κατευθείαν από θάλασσα και ηλιοκαμμένοι. Οι κοπέλες όλες πανέμορφες και ανταγωνιστικές, οι άντρες έτοιμοι να τις κερδίσουν ανεξαρτήτως απαιτήσεων.


Όσο λικνίζονταν οι καλοκαιρινοί χορευτές, λουσμένοι με αλκοόλ, η Stacey και ο Joey κοιτάζονταν επίμονα και άφηναν την επιθυμία τους να τους παρασύρει. Περίμεναν το δροσιστικό Mojito να σερβιριστεί και χόρευαν στους ρυθμούς του ομώνυμου τραγουδιού. Εκείνος άγγιζε το κορμί της, την έσφιγγε πάνω του και την οδηγούσε να χορέψει παράλληλα μ' αυτόν. Το Mojito έφτασε και όσο κατέβαινε το ποτό, τόσο η θερμοκρασία αυξανόταν. Το ρούμι έσταζε στο μπούστο της από τον ασταμάτητο χορό και κείνος το μάζευε με την γλώσσα του απ' το κορμί της. Όσο περνούσε η ώρα μεταμορφώνονταν σε ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί. Οι ρυθμοί ανέβαιναν, το χέρι είχε βρει καταφύγιο κάτω από την φούστα της και τα σώματά τους είχαν γίνει ένα. Τον χάιδευε όπου μπορούσε, περνούσε το χέρι της από την πλάτη του, βρεχόταν και αυτή από τον ιδρώτα του, τον άγγιζε σε ιδιαίτερα σημεία απροκάληπτα. Σιγά σιγά τα ρούχα τους λιγόστευαν, κανείς όμως δεν έδειχνε να ενοχλείται. Μάλλον ακολουθούσαν το παράδειγμά τους: ζευγάρια επίσημα και ανεπίσημα, φρέσκιες αφίξεις στο νησί, είχαν βρει τον παράδεισό τους. Τσιγάρα και ποτά κυκλοφορούσαν συνοδεία με τους ιδιοκτήτες τους από μαγαζί σε μαγαζί, εναλλάσονταν τα περιβάλλοντα διαρκώς σε μία ατέρμονη αναζήτηση νέων ευκαιριών.

Όταν πλέον η λάβα έκαιγε τα κορμία και των δύο, έφυγαν από το χαοτικό αυτό σύστημα αμαρτωλών και κατευθύνθηκαν προς το ξενοδοχείο. Πριν καλά καλά φτάσουν στο δωμάτιο είχε αρχίσει η πράξη που θα τους εκτόξευε σε δρόμους πονηρούς. Έβγαζαν τα ρούχα ο ένας του άλλου, και τα μοίραζαν στους διαδρόμους καθώς πλησίαζαν στο μέρος που σε λίγο θα γινόταν μάρτυρας του έρωτα τους. Η μουσική δεν είχε σταματήσει, ακουγόταν μακρινή ίσα ίσα για να δίνει ρυθμό στις κινήσεις τους. Από το μπαλκόνι φαινόταν η πισίνα και κόσμος πήγαινε και 'ρχόταν, ερωτοτροπούσε στα νερά, έπινε και χόρευε, παρεκτρεπόταν χωρίς αναστολές. Η ζέστη έμπαινε από το ορθάνοιχτο παράθυρο. Εκείνη ξάπλωσε στο κρεβάτι και ετοιμάστηκε να τον δεχτεί μέσα της. Το φως που τρύπωνε από το καλοκαιρινό φεγγάρι, αντανακλούσε στα κορμιά τους και διέγραφε με ακρίβεια κάθε τους κίνηση. Φίλησε απαλά τα πόδια της που ήταν στηριγμένα στους ώμους του. Έβαλε το χέρι του στην γυμνή κοιλιά της και έκανε μία διστακτική κίνηση προς τα μπροστά. Οι κινήσεις τους σταδιακά άρχισαν να γίνονται όλο και πιο γρήγορες μέχρι που και οι δύο τους εξάντλησαν τα ποσά ικανοποίησης που μπορούσαν να αντλήσουν ό ένας από τον άλλον.

Μετά την δυνατή εμπειρία τους, έπεσαν στο κρεβάτι μουδιασμένοι. Εκείνος την αγκάλιασε και φίλησε το πρόσωπό της στο πλάι, εκεί που αρχίζουν τα μαλλία. Πέρασε τα δάχτυλά του μέσα από τα μαλλιά της, και το άλλο του χέρι κάτω από το στήθος της, γύρισε το σώμα του προς την μεριά της και της είπε στ' αφτί πως δεν θα ξεχνούσε ποτέ την βραδιά τους. Οι σκιές και το μισοσκόταδο τόνιζαν τις καμπύλες της και κείνος έσυρε το χέρι του κατα μήκος του κορμιού της. Ιδρωμένοι και με μία ανείπωτη χαρά, μετά από λίγο, σκεπάστηκαν με τα λευκά σεντόνια και έκλεισαν τα μάτια τους. Τους πήρε ο ύπνος αγκαλιά και τους ξύπνησε το φως της ανατολής.

Όταν η Stacey άνοιξε τα μάτια της βρήκε ένα λευκό τριαντάφυλλο ακουμπισμένο στο μαξιλάρι δίπλα της, και πριν προλάβει να αναρωτηθεί πού είχε πάει, ο χθεσινοβραδινός σύντροφός της χτύπησε η πόρτα. Εκείνη έτρεξε μ' έναν ανεξήγητο ενθουσιασμό, τυλίχτηκε με το σεντόνι και άνοιξε διάπλατα την πόρτα. Ήταν ο Joey που είχε πάει να της φέρει πρωινό. Αφού της έκλεψε ένα σωρό φιλιά, το έφαγαν μαζί και ντύθηκαν για παραλία. Ξεκίνησαν μια καινούρια μέρα και μία καινούρια ζωή μαζί.

Sunday, May 24, 2009

Through the Mosnoon


Η Sandy αλλοπαρμένη άκουσε τους χτύπους της πόρτας που την έφεραν και πάλι στην πραγματικότητα. Ταξίδευε στις σκέψεις της, που είχαν όμως μορφή τυφώνα. Μέσα της επικρατούσε η καταιγίδα που άφηνε υγρά και κρύα όσα άγγιζε στο πέρασμά της. Ερήμωνε τα παλιά της στέκια και πάγωνε τα απομεινάρια από τα οποία αρπαζόταν η Sandy για να θυμάται και να νοσταλγεί τα όσα είχαν περάσει. Είχε καιρό να νιώσει ευτυχισμένη και ήξερε πως για αυτό δεν έφταιγε ούτε η αναμαλλιασμένη της καρδιά, ούτε ο ατίθασος χαρακτήρας της.

Είχε περάσει αρκετό καιρό μόνη της, ελεύθερη και ανεξάρτητη. Αλλά αυτό που ζητούσε ήταν η γλυκιά εξάρτηση του έρωτα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ήθελε μονάχα να αγαπηθεί, χωρίς όρους και προϋποθέσεις. Ονειρευόταν έναν άντρα που θα την έπαιρνε από το χέρι και θα της έδινε την ψυχή του. Περίμενε εκείνον που θα υπηρετούσε πιστά και θα τον φρόντιζε με λατρεία, με αστείρευτη αγάπη. Αναζητούσε κάποιον να θαυμάσει και να θαυμαστεί. Ένα υποκατάστατο της οικογενειακής αγκαλιάς, μια καλή πρόθεση, ένα χαμόγελο το πρωί μαζί με το πρωινό της. Ήθελε κάποιον να χαζεύει μέχρι να αποκοιμηθεί και να τον βρίσκει να την χαζεύει εκείνος όταν θα ξυπνούσε. Ήθελε αυτόν τον έρωτα που τόσο έντονα είχε βιώσει. Ακόμη και αν ερχόταν και πάλι μαζί με μια τραγική απογοήτευση. Ήθελε μια γνώριμη μυρωδιά, ένα δέρμα απαλό να αγγίζει το δικό της κάτω από τα σκεπάσματα, ένα χέρι να περνά τα δάχτυλα αργά μέσα από τα μαλλιά της, μια φωνή να της σιγοτραγουδά, ένα κορμί να την ζεσταίνει, μια παρέα να την περιμένει. Μια αγάπη, έναν έρωτα, μια θέρμη στην καρδιά που να την μοιράζεται με Εκείνον, οι δυο τους κόντρα σ' όλο τον κόσμο. Άξιζε τον κόπο για εκείνη έστω και μια στιγμή ευτυχίας που την μοιράζεσαι με κάποιον άλλο, όλο τον πόνο που μπορούσε να αντέξει. Περίμενε το παραμύθι της ν' αρχίσει και ήταν έτοιμη να θυσιάσει ό,τι χρειαζόταν για να το προστατεύσει.

Μέσα σ' αυτό το διάστημα πέρασε πολλές βραδιές με καβαλιέρους και ιππότες. Έκανε "έρωτα" -όπως εκείνοι έλεγαν-, έκανε σεξ -όπως το ονόμαζε η ίδια-. Γιατί στον έρωτα νιώθεις, δεν πονάς:

Όταν βρισκόταν με κείνον που τόσο την έκανε να πετά στα σύννεφα, με κείνον που της προκαλούμε θαυμασμό και που την έκανε να νιώθει πως θέλει να γίνει δικιά του και πως κάθε θυσία για εκείνον θα ήταν μικρή, κατέβαλε προσπάθεια για να μην του δείξει τα συναισθήματά της. Για να μην αφεθεί και του το πει! Ήξερε καλά πως δεν ήθελε να ακούσει τίποτα από την έβγαιναν από ην πόρτα του για να την πάει σπίτι της. Δυστυχώς ποτέ δεν είδε την λαχτάρα στα μάτια της. Ποτέ δεν πρόσεξε πως χάιδευε τα μαλλιά του ή το κορμί του μετά την πράξη εξαγνισμού... Για εξαγνισμό επρόκειτο, ήταν το κρυφό αντάλλαγμά της για την ευκαιρία να βρίσκεται μαζί του έστω και για λίγο. Εξάγνιζε έτσι λοιπόν το άλλοθί της και πλήρωνε το αντίτιμο, που πολύ θα ήθελε να είναι απλώς η αποθέωση της συνύπαρξής τους και όχι κάτι σαν δόλωμα. Για εκείνον όλα αυτά ήταν ένα παιχνίδι ερωτικό, απολύτως ρηχό. Μα η Sandy, σαν παιδί, τον ονειρευόταν.

Ο άλλος που γέμιζε τον χρόνο της, ήταν καλλιτέχνης! Παρόν μόνο σε οριζόντια θέση, αλλά μόλις η ανόητη προσπαθούσε να πει δυο λόγια με τον εραστή της, εκείνος την αγνοούσε προκλητικά. Είχε όμως εξ' αρχής δηλώσει τις προθέσεις του, κάτι που δεν της άφηνε περιθώρεια διαμαρτυρίας, παρά μόνο φυγής.

Η Sandy γνώριζε διάφορους. Πήγαινε σε κρυμμένες παραλίες με κρύους τύπους που της προσέφεραν προσοχή άλλα κατά τα άλλα άφηναν την ψυχή της αδιάφορη. Άλλες φορές με παλιούς φίλους που της προξενούσαν ξεχασμένα συναισθήματα μα και πάλι... κάτι πήγαινε στραβά. Πάντα για κάποιο λόγο όλοι ήταν ανεπαρκείς.

Σκεφτόταν το παρελθόν της. Πως εκείνο κατακλιζόταν από ανθρώπους που τουλάχιστον στο συντροφικό κομμάτι, σε κείνο που της αναλογούσε και ειδικά στην αρχή, την είχαν στείλει στον ουρανό. Αυτοί οι σατανάδες τώρα της έμοιαζαν άγγελοι, και ας της είχαν κάνει τόσο κακό. Εκείνοι ευθύνονταν για την καταιγίδα που κρατούσε αυτά τα μάτια υγρά και την καρδιά της ραγισμένη. Αυτά τα αγγελικά πρόσωπα προκαλούσαν εκείνο το εκκωφαντικό βουητό μες το κεφάλι της, που δεν την άφηνε να ακούσει καθαρά τα όσα τα νέα άτομα στην ζωή της είχαν να πουν.

Και κείνη, όπως όλους μας, την βασάνιζαν οι παλιοί της δαίμονες: οι αναμνήσεις. Δυσκολευτόταν να αποκοπεί από το ποιά ήταν. Οι μόνες στιγμές που το κατάφερνε ήταν αυτές στις οποίες ονειρευόταν το ποιά θέλει να γίνει. Έβλεπε φωτεινό το μέλλον της. Μα στο παρόν της ο ήλιος είχε δύσει, και αυτή η νύχτα είχε ήδη κρατήσει αρκετά.

Έπαψε πια να περιμένει τον φτερωτό θεό. Έβγαλε το μυαλό της από την άιθουσα αναμονής και άρχισε να ονειρεύεται αυτά που μόνο από την ίδια και απ' την καλή θέληση του Θεού της εξαρτώνταν. Αρνήθηκε να υποκείψει στις σεξουαλικές προτάσεις και είδε πως... έτσι πονούσε λιγότερο. Ετοιμάστηκε να φύγει, να δει τον κόσμο με τα μάτια της, να μάθει, να γευτεί, να κατακτήσει. Παραδέχτηκε αυτό που χρόνια τώρα πολεμούσε και αναγνώρισε πως η οικογένειά της μόνο ήταν που φρόντιζε να είναι πάντα παρούσα. Έριξε πίσω της μια τελευταία ματιά και ενώ άνοιγε η πόρτα και η μητέρα της προσέφερε τα χέρια της ανοιχτά για μια μεγάλη αγκαλιά, για ένα καταφύγιο στο οποίο κρυμμένη ένιωθε απόλυτη ασφάλεια, έκλεισε την τελευταία μέρα της παλιάς της ζωής με ένα τραγούδι που αφιέρωνε στον εαυτό της:


I ´m starring at a broken door
There ´s nothing left here anymore
My room is cold, it's making me insane

I've been waiting here so long
Another moment seems to 've come

I see the dark clouds coming up again



Running through the monsoon, beyond the world,
til' the end of time

Where the rain won't hurt, fighting the storm,
into the blue

And when I lose myself I'll think of you,
together we'll be running somewhere new



Through the monsoon

Just me and you










Thursday, April 30, 2009

The Kryptonite of a Supergirl: Loneliness


She had dropped her tired body on her old bed, the one she was using ever since she could remember herself, as a little girl, the one that had held all the tears shed by her longing eyes, the one that had accepted the love she had felt in the past. It was that same bed that had witnessed all of her boyfriend-girlfriend private moments and all of her lonely nights, one by one.

She took this pen and started writing down all of her thoughts, trying to get out all this frustration she kept inside well hidden for a pretty long time. Influenced by the movie she had just finished watching, she felt anger running through her core as if it was steal knives.

Since she was young she had not had any non-sense high school crap like this evading her life. Once again she was surprised by people's need to be mean to who they feared. But... still, after all these years the same question was torturing her mind: Why do they fear me?

It was late at night when she had that annoying talk with her potential boyfriend. It was about people that had made the mistake of talking behind their backs. Truth is her and that guy had both given reasons for that to happen. But this still didn't make any less pathetic the fact that these people used those tiny little opportunities to gossip. Why is gossiping so satisfying and ..even worse.. addictive (!) she'll never understand.

She was thinking about a "gal" of hers that had used a couple of simple information as a weapon against her. She was mad that people that hadn't even seen her face knew disturbingly well details about her personal life and that she found out about that by chance.

It was now obvious to her that people were not to be trusted. That the only thing worth trusting in this world were her natural instincts. She was slowly realizing she was the kryptonite of herself. Remembering all the childish -as she then thought- fears that no human was able to stand by her as she needed it, there were three songs constantly popping in her mind, coming and going like the people in her life. She then knew she was somehow different that the rest and she'd only be happy by meeting people of her own kind.

I took a walk around the world to ease my troubled mind,
I left my body laying somewhere in the sands of time,

I watched the world float to the dark side of the moon,

After all I knew it had to be something to do with you,
You called me strong, you called me weak but your secrets I will keep,
You took for granted all the times I never let you down.


But there was her kryptonite again and she started loving it. What used to cause that horrifying shivering in her sleep, had now become the only thing left going right around her:


Μοναξιά μου όλα, μοναξιά μου τίποτα,
Μη μ' αφήνεις τώρα που είναι όλα πιο δύσκολα.


She was finally starting to understand the deeper meaning of this song, feeling in her skin that her worse fear -loneliness- had become a life saving place where she could escape anytime she wished, wherever, however. She remembered her favorite song of all times and tears came to her eyes as she was whispering the lyrics:

and then she said it's ok I got lost on the way,
cuz I'm a Supergirl and Supergirls don't cry,
and then she said it's alright I got home late last night,
cuz I'm a Supergirl and


Supergirls just fly...



And she flew away....



Monday, April 13, 2009

Πούλα με λοιπόν, στο ξαναλέω...


Ταξίδευε χαμένη στις σκέψεις της και πάλι... Σκεφτόταν το προηγούμενο πρωί, που το είχε περάσει χαζεύοντας τα ιστιοφόρα που περίμεναν ακίνητα κάποιον να τους δώσει την χαρά των κυμάτων, σε μία μαρίνα σε ένα προάστιο της άσχημης πόλης της. Συνειδητοποιούσε πως, με μεγάλη αγωνία, κάθε φορά τις Κυριακές έκανε διάφορες εξορμήσεις, προσπαθώντας να γνωρίσει τα μέρη αυτά και να αλλάξει γνώμη για τον τόπο που την μεγάλωσε και την έφερε σε αυτή την νεότητα γεμάτη αναμονή. Αναμονή για το καλύτερο που θε να 'ρθεί, για κείνο το κάτι που θα γέμιζε την ψυχή της ενθουσιασμό και λαχτάρα, για ένα όνειρο, μια αγάπη, κάτι να χαράξει την πορεία της.

Εκείνη την Κυριακή την πέρασε, λοιπόν, υπό το φως του ήλιου που ζέσταινε τα γυμνά της χέρια και το πρόσωπό της. Χάζευε τα πουλιά που πετούσαν από το ένα δέντρο στο άλλο, τα σκυλιά που έπαιζαν δίπλα στο νερό και τα γατάκια που έπαιρναν τον μεσημεριανό τους ύπνο λουσμένα στο φως και γεμάτα από το συναίσθημα της ασφάλειας που τους έδινε η παρουσία της μαμάς - γάτας λίγο παραδίπλα. Πανέμορφο ανοιξιάτικο μεσημέρι σε ένα μέρος ειδικά φτιαγμένο για δραπέτες.


Η Tiffany όμως προσπέρασε όλα αυτά τα θεάματα και κάρφωσε τα μάτια της στο πρόσωπό του. Καθόταν απέναντί της και κοιτούσε πότε την θάλασσα, πότε τα γατάκια, αλλά σχεδόν καθόλου εκείνη. Έπιναν τον καφέ τους και μιλούσαν για τα προβλήματά της. Αχ, και να 'ξερε πως το μεγαλύτερο πρόβλημά της ήταν εκείνος. Αχ, και να έκανε αυτό το ελάχιστο που θα έδιωχνε κάθε παράπονο από το βλέμμα της. Μια μονάχα λέξη του θα ήταν αρκετή. Μια μικρή εξήγηση για το πως ένιωθε, μια προσπάθεια να την ευχαριστήσει, ένα λουλούδι, μια αγκαλιά, ένα γλυκό φιλί ή έστω μια ματιά που θα έβλεπε τελικά την αγωνία της... Έκανε υπομονή και τα άντεχε όλα, ήξερε πως αν τελικά κατάφερνε να φέρει την ζεστασιά και πάλι στην καρδιά του θα είχε επιλέξει σωστά να περιμένει. Σκεφτόταν πως ίσως η βόλτα αυτή που της είχε προτείνει ήταν μια μικρή αναγνώριση της αμίλητης στάσης της και προσπάθησε να μην αφήσει να φανεί πόσο χρειαζόταν ένα φιλί του. Συνέχισε να υποστηρίζει την δυναμική της εικόνα, την αχαλίνωτη νιότη της που σε συνδυασμό με την θέλησή της δεν της επέτρεπε καμία ήττα.

Ξαφνικά το ταξίδι της στην χθεσινή μέρα τελείωσε και η προσγείωση στην πραγματικότητα ήταν αρκετά σκληρή για την πονεμένη της καρδιά. Βρέθηκε και πάλι στην καρέκλα της, σε ένα κενό δωμάτιο, με το ραδιόφωνο να παίζει ένα τραγούδι που για κείνη ήταν αγκάθι. Έμεινε εκεί καθισμένη για αρκετή ώρα. Μέσα σε ένα δευτερόλεπτο, όταν διάβασε την απάντηση στο μήνυμά της, κατέβασε το κεφάλι απογοητευμένη για ακόμη μια φορά. Κοιτούσε και ξανακοιτούσε το κινητό της που τόσες φορές της είχε φέρει άσχημα νέα όπως εκείνη την στιγμή, το κρατούσε στα χέρια της απελπισμένη. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα και στο μυαλό της έγινε μία έκρηξη που τα έκανε όλα και πάλι χαοτικά, μία άβυσσος κρυμμένη πίσω από το πρόσωπο μίας νέας κοπέλας που το μόνο που αποζητούσε ήταν να ξεπεράσει τον εαυτό της και να ερωτευτεί βαθιά. Ο χρόνος πάγωσε και το πνεύμα της σαν να βγήκε από το σώμα της και είδε τον εαυτό της όπως ήταν εκείνη την στιγμή: μισόγυμνη, με μαύρα πρόστυχα εσώρουχα και κάλτσες διχτυωτές ώς τους γοφούς, βρεγμένα μαλλιά τυλιγμένα σε μια πετσέτα, αχτένιστα ακόμη και κάτι μπότες λουστρίνι που θα ολοκλήρωναν το λουκ. Έδωσε μια με τα πόδια της και άρχισε να στριφογυρίζει με την μαύρη καρέκλα. Ανέβασε τα πόδια στο κάθισμα, έλυσε την πετσέτα από τα μαλλιά της και
πέρασε τα δάχτυλά της ανάμεσα τους ανακατεύοντάς τα. Έχωσε το κεφάλι ανάμεσα στα γόνατά της και άφησε να βγει η οργή της για την ανάγκη αυτή του Έρωτα να παιδεύει πάντα κάποιον από τους θαυμαστές του. Συνέχισε να στριφογυρίζει και ένιωθε την γεύση από σαμπούκα στο στόμα της πιο έντονη σε συνδιασμό με την ζάλη. Πέταξε τον κορσέ, έσκισε τις κάλτσες εξαγριωμένη και γονάτισε στο πάτωμα ουρλιάζοντας το τραγούδι της.

Την απογοήτευση αυτή είχε προκαλέσει η ευκολία με την οποία πήρε πίσω ο James την πρόσκλησή του: την είχε καλέσει σπίτι του εκείνο το βράδυ. Και οι δύο ήξεραν πως δεν θα έκαναν... σεξ... (γιατί έρωτα ούτως ή άλλως ποτέ δεν είχαν κάνει!). Εκείνη όμως ήθελε να του κάνει έκπληξη, να εμφανιστεί με την φούστα της και τις μπότες, να πετάξει την ζακέτα και να φανεί πως μόνο εσώρουχα φορούσε από κάτω. Σχεδίαζε στο μυαλό της πως να τον πάει ως το δωμάτιο και στο φως των κεριών να τον ευχαριστήσει με τον τρόπο που μόνο εκείνη ήξερε. Σκόπευε να του χαρίσει την ηδωνή που τον έκανε να σιγοσφυρίζει καθισμένος στο κρεβάτι μετά. Ήθελε μονάχα να του δώσει αυτό που του άρεσε και να δει την ευχαρίστηση στα μάτια του. Ας είχε ένας από τους δύο, τουλάχιστον, αυτό που ήθελε, της αρκούσε.


Η Tiffany ήξερε καλά πως δεν ήταν λόγος αυτός να στενοχωριέται, πως δεν ήταν αρκετά σημαντικό για να προκαλέσει αυτή την έκρηξή της. Την πλήγωνε όμως το γεγονός πως για άλλη μια φορά είχε μείνει σέκος, αλλά ακόμη χειρότερα αυτή την φορά είχε χάσει την ευκαιρία να το
υ δώσει κάτι να θυμάται πριν φύγει για το ταξίδι του στην Νέα Υόρκη την επόμενη μέρα. Μέσα της ένιωθε πως ξεπουλούσε τις αξίες της για αυτόν τον άνθρωπο, ο οποίος ακύρωσε την συνάντησή τους γιατί ήταν πολύ κουρασμένος για να πάει να την πάρει από το σπίτι της. Και εκείνη ήταν όμως κουρασμένη: από την αδιαφορία. Είχε κατεβάσει αρκετές φορές το κεφάλι και θα το έκανε και πάλι απόψε για χατίρι του, για να του δώσει αυτό που όλοι οι άντρες ονειρεύονται: μια κοπέλα, που θα ικανοποιεί τις σεξουαλικές τους φαντασιώσεις χωρίς καν αυτοί να το ζητήσουν και που δεν θα ζητά καμία δέσμευση από μέρους τους.

Παρόλο που η καρδιά της ήταν κομμάτια, τα μάτια της μούσκευαν τα μάγουλά της με δάκρυα και το κορμί της κρύωνε μέσα σ' ό,τι είχε απομείνει από αυτά τα βρωμό-εσώρουχα, εκείνη τραγούδησε παράλληλα με το ραδιόφωνο και φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε τους στίχους του τραγουδιού. Ήξερε μέσα της πως και πάλι θα τον περίμενε και... πίστευε πως έτσι έπρεπε να κάνει. Πως ήταν η σειρά της να περιμένει κάποιον και πως ναι, μια μέρα εκείνος θα έβλεπε τον έρωτα της, θα δεχόταν να θυσιάσει την εργένικη ζωή του για κείνην και θα άρχιζε επιτέλους ένας νέος κύκλος στην ζωή τους. Αποφάσισε λοιπόν να υπομένει και να περιμένει. Το τελευταίο δάκρυ κύλισε και η Tiffany σήκωσε το κεφάλι της ολοκληρώνοντας τους στίχους:

Πούλα με ακόμα μια φορά, δεν με πειράζει
Δεν με πειράζει που θα μείνω μοναχή
Απόψε το κορμί σου θα 'ναι αλλού

Θα' ναι σε κάτι ξεχασμένα καλοκαίρια
Θα 'ναι στις νύχτες της ατέλειωτης σιωπής
Θα 'ναι στα φιλμ της χαράς και της μιζέριας

Πούλα με λοιπόν στο ξαναλέω, πούλα με για λίγη σιγουριά
Πούλα με πολύ φθηνά δεν ξέρω, ίσως αύριο, να 'ναι αργά
Κι αν σε βλέπω αδιάφορα ξερά, δεν με πειράζει κι αν τα χείλη σου γελούν
Μια καληνύχτα αν μου πεις δεν με πειράζει, γιατί απόψε το κορμί σου θα 'ναι αλλού...


Πούλα με λοιπόν στο ξαναλέω...


Monday, April 6, 2009

Walking away...


Η Kate μετά από αρκετό καιρό βρέθηκε και πάλι στο μάθημα, καθόταν μόνη μεταξύ άλλων σε μία παγερή και μελαγχολική αίθουσα. Άκουγε τον Κολομβιανό καθηγητή να μιλά για περίεργα μαθηματικά μέσα στο μάθημα της φιλοσοφίας, κάτι που την έκανε να θυμηθεί γιατί είχε τόσο καιρό να πάει στην σχολή. Ήξερε πως αν το ήθελε θα μπορούσε να έχει τον ερωτευμένο φίλο της να την περιμένει ανυπομονώντας έξω από την θλιβερή αυτή αίθουσα που έκανε την καρδία της να βρίσκεται σε χειμώνα, παρόλο που ο αέρας μύριζε ανοιξιάτικα λουλούδια. Δεν άντεχε όμως να τον αφήνει να περιμένει γιατί ήξερε... πως δεν είχε σκοπό να "βγει"...

Μέσα στον χειμώνα της, βυθιζόταν ακόμη περισσότερο όταν σκεφτόταν τον Conor. Αυτός ο νεαρός ήταν εκείνος που έκλεβε ένα εισητήριο, για την παράσταση που παιζόταν στα όνειρά της, σχεδόν όλα τα βράδια! Όποτε εκείνος τρύπωνε, εκείνη έβαζε τα δυνατά της. Όταν όμως έλειπε, όλα της φαίνονταν ανούσια. Είχε, όμως, καιρό να εμφανιστεί και η Kate είχε αρχίσει να ξεχνά τα λόγια της, ο κόσμος λιγόστευε και μόνο φίλοι και συγγενείς παρέμεναν για να ζεσταίνουν τα άδεια της μονοπάτια που λαχταρούσαν την αγάπη.

Την τελευταία φορά που τον είχε δει -όχι σ' όνειρα, σε δρόμους αληθινούς- την είχε κάνει να νιώσει για κείνον σημαντική. Της είχε δώσει αυτές τις φρούδες ελπίδες που έπρεπε και αυτός να ξεπουλήσει για να προστατευτεί από την αναπόφευκτη -τελικώς- αποκάλυψη της κενότητάς του. Εκείνη δεν αρπάχτηκε από τα τρεμάμενα χέρια του, είχε υποψιαστεί ότι το τρέμουλο αυτό ήταν μάλλον οι αχαλίνωτες ορμόνες του και όχι η λαχτάρα του να την φροντίσει. Ούτε και τα παραμέρησε όμως αυτά τα βρώμικα χέρια. Τα άφησε να την αγγίξουν και τους έδωσε τροφή. Αυτός όμως αχάριστος και με σκληρή έπαρση πήρε την τροφή και πέταξε τα αποφάγια του λερώνοντας την παράστασή της.

Η Kate προσπάθησε να κάνει υπομονή και είχε κάνει ήδη αρκετή. Είχε εκθέσει τον εαυτό της ως εκεί που ο Conor, κρύος και χρυσωμένος άντεχε να χειρηστεί. Αυτό ίσως ήταν και το λάθος της. Ίσως έπρεπε να του δώσει να καταλάβει πως ονειρευόταν, τότε ίσως αυτός ο... ταξιδιώτης να είχε τρομάξει και να 'χε ανοίξει καταλάθος το στόμα του. Έστω καταλάθος! Αλλά, μετά από τα λάθη που βάραιναν την πλάτη της και ακόμη χειρότερα την ψυχή της, δεν τολμούσε να προκαλεί ανθρώπους. Δεν ήθελε από το κουράγιο της -που ήταν αρκετό και την συνέπαιρνε- να φερθεί σε κάποιον με τρόπο άδικο. Το είχε βιώσει άλλωστε και από τις δυο πλευρές και ήξερε ότι στο τέλος για κανέναν από τους δυο δεν θα ήταν ευχάριστο. Τον άφησε λοιπόν να πάρει τον χρόνο του, αλλά τελικά... μάλλον κάποιος άλλος πήρε κάτι άλλο... Μάλλον αντί να πάρει την καρδιά του, πήρε εκείνος τις δυνάμεις της και τη νίοτη της. Αλλά δεν θεώρησε πως ήταν ικανή να του προσφέρει σε άλλα επίπεδα, λιγότερο ζωώδη και που δεν οδηγούνται απλώς από ένστικτα, μα από το πνεύμα και την προσωπικότητα.

Περνούσαν οι μέρες και τον έβλεπε σε μέρη που λαχταρούσε να βρεθεί, μόνο και μόνο για να βρει μια ευκαιρία να του δείξει πως την είχε κρίνει λάθος. Εκείνος αδιάφορος την προσπερνούσε και έκανε στα μάτια της πιο εμφανή την έλλειψη ανδρισμού του, παρόλο που είχε προσπαθήσει πολύ να την πείσει για το αντίθετο, σε καταστάσεις... οριζόντιες. Μία μέρα η Kate έκανε την κίνηση να τον καλέσει σε μια στιγμή για 'κείνη σημαντική. Του ζήτησε να παρεβρεθεί και να της δώσει την προσοχή του. Να την δει πως είναι εκτός του χώρου που την αντιμετώπιζε συνήθως. Να την αφήσει να τον γοητεύσει, να του δείξει τον εαυτό της που ως τότε αγνοούσε. Εκείνος δέχτηκε με μία εντυπωσιακή προθυμία αλλά η Kate ήταν σίγουρη, για αυτόν τον λόγο ακριβώς, ότι δεν θα πραγματοποιούνταν η επιθυμία της. Την τελευταία στιγμή την ενημέρωσε πως δεν θα τα κατάφερνε, της πέταξε μια φτηνή δικαιολογία στα μούτρα και έκλεισε την απολογία του με ένα υποκριτικό "I hope you wont hate me... (big!)". Ευτυχώς η Kate ήταν προετοιμασμένη για κάτι τέτοιο. Είχε χάσει, ή μάλλον δεν είχε αποκτήσει ποτέ, τις ελπίδες της για κάποιο ενδιαφέρον από πλευράς του. Του απάντησε ψύχραιμα λοιπόν "Your loss, not mine." και έκλεισε τις πόρτες της παράστασης, τον έδιωξε και φρόντισε να του απαγορευτεί η είσοδος.

Έμεινε μόνο να αναρωτιέται: τί ήταν αυτό που του έδωσε την δυνατότητα να εισχωρήσει έτσι εκβιαστικά στον κόσμο της; Αφού άντρας δεν ήταν, πώς κατάφερε να μην τον τσακώσουν; Εκμεταλλεύτηκε την ελαστικότητά της, την θέλησή της να δώσει ευκαιρίες και να μην γίνει μια σκύλα που θα τον κατέκρινε για τα προφανή. Εκείνη όμως δεν σκόπευε να γίνει σκύλα εξαιτίας του! Αν το είχε κάνει βέβαια, δεν θα τον είχε αδικήσει, όπως μόνος του κατάφερε να αποδείξει. Άνανδρα και ύπουλα εισέβαλλε στην ζωή της, με τον ίδιο τρόπο το 'σκασε. Την πρώτη φορά η χαζούλα του επέτρεψε αυτή την "παρανομία", την δεύτερη όμως δεν του την συγχώρεσε. Πάτησε την θέλησή της και τραγούδησε με σιγουριά στους τίτλους του τέλους:


Well I 'm so tired baby
Things you say you 're driving me away
You should ´ve realized
I ´m not like the other gals

Well I don 't wanna live my life too many sleepless nights
Not mentioning the fights, I 'm sorry to say baby

I 'm walking away from the troubles in my life
I 'm walking away, to find a better day...

Wednesday, March 25, 2009

All the lights that light the way are blinding...

"Επιτέλους!" μονολόγησε η Summer, "ήρθε η άνοιξη!"... Είχε περάσει μια πολύ δύσκολη μέρα, όλο προσπάθεια με κάποιον, έστω τεχνητό τρόπο, να φέρει την άνοιξη πιο νωρίς. Δεν είχε καταφέρει τίποτε όμως! Την στιγμή εκείνη είχε λάβει ένα γραπτό μήνυμα στο κινητό της, που της ζητούσε να πάει εκεί που η ίδια λάτρευε να βρίσκεται: στο σπίτι του Andrew. Ο Andrew ήταν εκείνος που κατακτούσε τα όνειρά της κάθε βράδυ. Εκείνος για τον οποίο κουβαλούσε κάθε ώρα και λεπτό το κινητό μαζί της, μην τυχόν και της τηλεφωνήσει και δεν το προσέξει... Φυσικά δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη και έτρεξε να ετοιμαστεί. Ποτέ άλλωτε δεν της είχε ζητήσει με τέτοιο απλό και ειλικρινή τρόπο να συναντηθούν. Δεν της άφησε κανένα περιθώρειο παρεξήγησης, ήταν εμφανές ότι είχε στο μυαλό του να περάσουν μαζί κάποιες στιγμές ικανοποίησης και εκείνη το είχε πλέον αποδεχτεί.

Έφτασε και τον βρήκε να ετοιμάζει τον καφέ του, εκείνος με το που την είδε της όρμηξε! και... την φίλησε στα χείλη με μια αμήχανη επιθυμία. Κάθησαν στο σαλόνι και άρχισαν να χαζολογάνε, μιλώντας περί ανέμων και υδάτων, με ένα σωρό διακοπές από τηλέφωνα και κουδούνια που χτυπούσαν διαρκώς. Δεν τους πείραζε, είχαν αρχίσει να αναπτύσσουν μια σχέση άνεσης και παροδικής "'επικοινωνίας", οπότε κάθε φορά που εκείνος ήταν απασχολημένος, η Summer όλο και κάτι έβρισκε να κάνει. Την μία χάζευε την συλλογή του από μουσικούς δίσκους, αργότερα την θέα από το παράθυρο και πάει λέγοντας...

Ο Andrew πηγαινο-ερχόταν και της έδινε πεταχτά φιλιά, μικρο-αγκαλίτσες, και που και που την σήκωνε από εκεί που καθόταν και την έσφιγγε κόντρα στο κορμί του. Εκείνη ένιωθε με μεγάλη σιγουριά την επιθυμία του, την... άγγιζε καταλάθος όταν εκείνος την αγκάλιαζε.

Σιγά σιγά με τις αγκαλιές έφτασαν στην κρεβατοκάμαρα. Άνοιξαν την πόρτα και με δειλά βηματάκια προς τα πίσω εκείνη τον τράβηξε μέσα. Εκείνος την αγκάλιασε, γυρίζοντας το κορμί της έτσι ώστε να είναι η πλάτη της προς το μέρος του. Πέρασε τα χέρια του κάτω από τα δικά της, έσκυψε στον λαιμό της και μύρισε τα καλοχτενισμένα μαλλιά της που έπεφταν ως το στήθος της. Άρχισε να την χαιδεύει απαλά και την κρατούσε στην αγκαλιά του προστατευτικά, γλυκά... Όχι ανυπόμονα και σεξουαλικά. Η Summer είχε αρχίσει να απορεί και γεμάτη αγωνία για τα καινούρια συναισθήματα γύρισε και τον φίλησε, άρχισε να επιδιώκει το πάθος και όχι τον ερωτισμό. Προτιμούσε να επιστρέψουν στις παλιές τους συνήθειες παρά να αφήσει την υποψία της για κάποιο ενδιαφέρον από την πλευρά του να την παρασύρει σε ελπιδοφόρες σκέψεις.

Μετά την πράξη επιβεβαίωσης έμειναν στο κρεβάτι και έλεγαν ο καθένας τα δικά του. Αστειεύονταν με παλιές εμπειρίες, ο ένας με τον άλλο, πετούσαν μικρά καρφάκια και μετά προσποιούνταν ότι δεν υπήρχε υποννοούμενο. Ο Andrew είχε αρχίσει να γλαρώνει και η Summer έπιασε το μήνυμα, σηκώθηκε και πήγε να ετοιμαστεί για να φύγει. Προς μεγάλη της έκπληξη εκείνος της ζήτησε να μην φύγει, να κάτσουν λίγο ακόμη μαζί. Γύρισε λοιπόν στο κρεβάτι και χώθηκε κάτω από τα σκεπάσματα μαζί του, εκείνος χάιδευε το σώμα της απαλά και κείνη έκλεισε τα μάτια και το ευχαριστήθηκε όσο μπορούσε. Της φάνηκε σαν να κράτησε αιώνες εκείνο το απόγευμα, παρόλο που λένε πως όταν περνάς καλά ο χρόνος περνά πιο γρήγορα, είχε ζήσει κάθε δευτερόλεπτο της μέρας εκείνης ξεχωριστά.

Το βράδυ τους βρήκε αραχτούς στον μικρό ζετσό καναπέ του, ο ένας χυμένος πάνω σ' αυτόν και η άλλη με τα πόδια της απλωμένα στο πλάι του καναπέ και το κεφάλι της ακουμπησμένο στο σώμα του. Όταν σηκώθηκαν για να φύγουν ήταν σαν κάτι να είχε αλλάξει αλλα όλα παρέμεναν ίδια. Η σκέψη της παρέμενε μπερδεμένη και εκείνος συνέχιζε με αυτό το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του που η Summer δεν είχε καταφέρει ποτέ να αποκωδικοποιήσει.

Αποφάσισε να του μιλήσει την επόμενη φορά που θα τον έβλεπε. Αλλά τί να του πει; Μάλλον αν του πει θα τον τρομάξει. Καλύτερο είναι όμως να επιστρατεύει όλη της την διπλωματία για να τον κατακτήσει σιγά σιγά και να δεχτεί όλους τους πιθανούς συμβιβασμούς που μπορεί να σημαίνει μια τέτοια κίνηση; Ή μήπως έπρεπε να πάρει το ρίσκο;

Στον δρόμο για την επιστροφή μερικοί στίχοι της έδωσαν την απάντηση και αποφάσισε να κάνει την διαφορά, θα έπερνε το ρίσκο:

By now you should 've somehow

Realized what you gotta do
I don't believe that anybody
Feels the way I do about you now

And all the roads that lead to you were winding
And all the lights that light the way are blinding
There are many things that I would like to say to you
I don't know how

I said maybe
You're gonna be the one who saves me ?
And after all
You're my wonderwall...

Wednesday, March 11, 2009

Sleight of hand and a twist of fate...

She never really understood what it was that he wanted... They had met at an interview, she went to his company to get a job and instead she fell in love with her potential boss. Since the first time they saw each other she knew she wanted him to be hers.

She was in the room watching him doing his job and all she could think of was that look in his eyes, his voice that was so warm, that odder that was just making her want to close her eyes and travel to secret places with him...He was just driving her crazy. His eyes were shinning like two stars that stood out of a whole mess of stars in that black sky of hers. But it was an accidental touch that caused the explosion in her mind.

He never looked at her in a special way, but she knew she could win him over. She did everything he ever asked for, she even did more. She was always punctual and taken care of, she was happy and smiling all the time. Always inviting everyone to go for a drink after work, just so he would say yes, just for once at least!

After a couple of months he made a move… A tiny little one, but... it was still a move! He had added her on that messenger thing. Some day he started chatting with her. He was such a different person through the net than he was at work. He was not that cold and indifferent guy -which she still liked-, he was caring and asking her about herself instead. Not that he was being sweet or anything, not even close to that! He was all trying to sound smart, finding ways to freak her out and trying to excuse himself for having started a conversation out of nowhere. What he didn't know was that Jessica was not as of a kid as he thought. Maybe she was a lot younger but she was still pretty attracted by challenges. It was the biggest challenge for her to make him confess he had noticed her or maybe even better to make him ask her out on a date. So, she did. His efforts to scare her away, just because he himself was scared to death of having any kind of feelings for her, didn’t manage to stop her.

After days of waiting for him to go online and talk to her, and after hours of chatting as if nothing was going on and trying hard to play cool and smart, he finally asked her to go to his place. She said yes without thinking about it twice. She run to her bathroom and made herself look as pretty as possible, she used her favorite perfume, did her hair as she had never done it in front of him before and put on her sexiest underwear. She was absolutely stunning! Jessica knew that it was her only opportunity to make him fall in love with her.

An hour later they were in his car, driving back to his place and getting ready to give this date a head start. They had a couple of drinks while he was persistently making comments about her age, trying to make himself feel more comfortable and at the same time her to regret having accepted his proposal. He didn’t get any of the above done, she was still comfy and he was still having second thoughts about the whole situation they had going on over there.

Though he seemed scared, he touched her hand while she was dragging on about her past relationships. Well, he made the mistake of asking her! He slowly went closer and at a certain point he grabbed her and started kissing her. His movements were so awkward and his kisses so timid. On the other hand she was so sexy and so ready for anything that she helped him -yes, that same guy that was making jokes about her being 10 years younger- get over it. She went on top of him and started unbuttoning his shirt. He carried her to the bedroom and ripped off the shirt she had tried to unbotton, he was too impatient to let her take it off. He started being a beast (in a positive way). He got her naked within seconds and started licking her legs from the toes all the way up. Then he tasted her most intimate place’s juice and it literally drove him crazy. He went inside of her and he was so hard and oh, so big! They tried every position they could think of and they kept on doing it for hours. The whole place was steaming up and they were both so sweaty and sexy. She loved shoving her nails into his skin, licking the sweat off of his neck and grabbing his wet back, touching the line of his spine as he was moving back and forth. He was breathing on her skin and that was turning her on even more. His sighs were getting stronger and stronger and so did he... He made her bend over and as he was doing it to her he was grabbing her from the hair and smacking her ass. He was so hard -not harsh- Jessie started to hurt. He came first and so they stopped. Even though it had been an act of absolute sexual passion there still was a little romance between them. As they were lying down on the bed he was playing with her hair as if he was feeling bad for having grabbed it earlier. She was caressing his skin and he was getting ticklish. They stayed there talking for a while, commenting on the previously done.

The night ended but they kept on seeing each other. She went over to his place a couple more times and the same thing happened over and over again. She really wanted him to fall in love with her; she was starting falling in love with him. Well, actually, that was happening since day one. He didn’t seem to be interested in her in a sentimental way; it was more of a sexual kind of thing to him. The truth is that Jessica was trying hard to find out how the hell his mind was working. It was pretty complicated as they both admitted. Apparently he was making it hard for her on purpose, being terrified of starting something more intimate with her. Not that he was wrong being afraid of the consequences of such a thing; he could be jeopardizing his career.

At work she was completely fine about what had happened even though it was a huge secret. Him instead , he was always mixing other people’s names with hers, he couldn’t look directly at her and he was being awkward and clumsy around her. She enjoyed that a lot because it was the only sign of him remembering what had happened between them.

Even though she wanted to see him again, he didn’t call for quite some time. So she decided that she‘d take her revenge. When he dared to call she decided to spice it up a little and make him realize that sex with her was not only about fucking each other out of his mind. She had him thinking he wanted to see her again and this time: just for dinner. Just to look her in the eye and talk about places they had travelled. With (in their minds) or without each other... But she can still see the stone set in his eyes, sleight of hand and twist of fate, on a bed of nails he makes her wait, and she waits without him. With or without him.