Sunday, August 30, 2009

Your arms feel like home...

Καθόταν σε μια μικρή άσπρη καρέκλα, πλαστική και χιλιοχρησιμοποιημένη, κάτω από τον έναστρο ουρανό. Βρισκόταν σε ένα νησί στην άγωνη γραμμή και έμενε με την παρέα της σε μία παραλία απομονωμένη, με θέα την γειτονική χώρα και το κάστρο του νησιού. Είχαν αράξει έξω από τις σκηνές και συζητούσαν χαλαρά. Παρόλο που τα κουνούπια έκαναν επιδρομές και γέμιζαν τα κορμιά τους κόκκινα σημάδια που τους φαγούριζαν για μέρες μετά, δεν τους πείραζε: προτιμούσαν να κοιτούν ψηλά, το μισογεμάτο φεγγάρι και να προσπαθούν να μανγέψουν τους αστερισμούς. Τα κινητά δεν έπιαναν, το μοναδικό φως προερχόταν από μία λάμπα με αέριο που είχαν βάλει ανάμεσά τους. Σιγανή μουσική έπαιζε από ένα κινητό με μισοτελειωμένη μπαταρία και ένα τσιγάρο ελευθέρωνε τον καπνό του.

Τα μαλλιά της μύριζαν θάλασσα και το δέρμα της ηλιοκαμμένο την έτσουζε μερικές φορές. Όλοι ήταν εκεί μα το μυαλό της ταξίδευε. Πετούσε σε μέρη μακρινά, προσπαθούσε να μαντέψει πού ήταν ο έρωτάς της: "είχε μάθει το σκληρό πως χαράζει αλλά όχι πώς χαράζεται"... Τον ευχαριστούσε για όσα είχε κάνει και ήθελε να του τηλεφωνήσει αλλά ήξερε πως δεν θα 'ταν εκεί. Δεν υπήρχε τίποτα που δεν θα έκανε για να μπορέσει να δει για μια στιγμή μέσα στα μάτια του και να πάρει ως απάντηση την δική του ματιά. Έκλεινε τα μάτια της και δεν ήξερε που την πήγαινε το μυαλό. Τον έβλεπε να περπατά απέναντι της και ενώ ήξερε πως δεν ήταν ο μοναδικός εξακολουθούσε να τον ξεχωρίζει από όλους.

Έγειρε το κεφάλι της πίσω και κοίταξε το μαύρο σεντόνι που απλωνόταν από πάνω τους. Ένα δροσερό αεράκι έκανε τις τρίχες στα χέρια της να σηκωθούν και κείνη ανασκουμπώθηκε και έσφιξε το λευκό πουλόβερ στους ώμους της. Σιγά σιγά η παρέα άρχισε να διαλύεται άλλα έκανε μικρή διαφορά. Της μιλούσαν μα εκείνη δεν αποκρινόταν, ήταν χαμένη στον κόσμο της. Η ώρα είχε πάει τρείς τα ξημερώματα, άλλοι κόντευαν να αποκοιμηθούν και άλλοι προσπαθούσαν να κυκλοφορήσουν με φακούς. Εκείνη έπαιζε με το κολιέ της και αναρωτιόταν αν θα τον έβλεπε ξανά αλλά η μόνη απάντηση που μπορούσε να σκεφτεί ήταν πως "tomorrow never dies" όπως είπε ο πρώτος αναχωρήσας της παρέας μαζί με την καληνύχτα του.

Θυμόταν την τελευταία φορά που τον είχε δει: ήταν μια μέρα πριν εκείνος αποχωρήσει για τις διακοπές του. Την είχε καλέσει στο σπίτι του, να περάσουν μαζί λίγο χρόνο. Όπως ήταν φυσικό εκείνη δεν αρνήθηκε! Μόλις πήγε έβγαλαν και οι δύο τα ρούχα τους και ξάπλωσαν αγκαλιά, ζούσαν τον έρωτά τους... Έλεγαν για τις διακοπές τους, για το πού θα πήγαιναν, για το πόσες μέρες θα έμεναν μακριά από την μεγαλούπολη, για τις παρέες τους. Αναπωλούσαν τις τόσες νύχτες που είχαν περάσει μαζί, τα φιλιά τους που τα έπαιρνε ο άνεμος, τα γλυκά βιαστικά όνειρα που έβλεπαν μαζί στο μαξιλάρι. Ήταν ο ένας λιμάνι απάνεμο στην θάλασσα του άλλου. Είχαν χάσει τον λογαριασμό πια για το πόσες φορές είχαν βρεθεί και είχαν ενώσει τα σώματά τους. Για κείνη όμως αυτό το προσωρινό -μάλλον- αντίο ήταν ένα αγκάθι στην καρδιά.

Ξαπλωμένη όπως ήταν άνοιξε τα μάτια της τον κοίταξε και τον άγγιξε με νόημα. Όλη εκείνη την ώρα τον χάιδευε μα όταν τον είδε ένιωσε την ανάγκη του για λίγο έρωτα, για ένα άγγιγμα πιο ιδιαίτερο. Και του το έδωσε. Έκαναν έρωτα μία φορά εκείνο το βράδυ και ήταν γλυκός, τρυφερός. Καθώς η νύχτα έπεφτε βαθιά γύρω τους, εκείνη αναρωτιόταν αν θα την κατέβαλε αυτός ο αποχαιρετισμός και παρόλο που ήταν μέσα καλοκαιριού ένιωσε ένα ρίγος να την διαπερνά. Φοβόταν πως δεν θα μπορούσαν να αναπληρώσουν τον χαμένο χρόνο, όσον θα περνούσαν χωριστά. Εκείνη όμως ήταν πρόθυμη να το προσπαθήσει γιατί το μόνο που ήθελε ήταν να τον έχει στην ζωή της.

Ξαφνικά μια έντονη λάμψη την επανέφερε στην πραγματικότητα. Ήταν κάτι περίεργο, κάτι μοναδικό: ένα τεράστιο πεφταστέρι. Πρόλαβε και το είδε πεντακάθαρα, όλη την πορεία της πτώσης του, σε κείνον τον κατασκότεινο ουρανό. Άφησε πίσω του μια παχιά άσπρη γραμμή φωτός, αυτό που οι Ισπανοί αποκαλούν "εστέλα" -πάντα θυμόταν αυτή την λέξη σε παρόμοια περιστατικά γιατί μια πολύ καλή της φίλη, σχεδόν οικογένεια, λεγόταν έτσι- και αμέσως μετά έκανε έναν υπόκωφο κρότο και έσκασε σαν πυροτέχνημα με μία σαν μικρή μωβ έκρηξη που όμως στην πραγματικότητα φάνηκε τερατώδης στα μάτια της. Εκείνη την στιγμή ένιωσε σαν να πετούν πεταλούδες στο στομάχι της και ίσα που πρόλαβε και έκανε μια ευχή: "Να με σκέφτεται εκεί που είναι, να με περιμένει και όταν πια γυρίσουμε στην ρουτίνα της καθημερινότητας να είμαι εγώ για κείνον και αυτός για μένα ό,τι θα δίνει χαρά στα βράδια μας!". Έκλεισε τα μάτια και περίμενε. 'Ενα πέπλο έπεσε από πάνω της και κάθε επικοινωνία με τον έξω κόσμο κόπηκε. Δεν ένιωθε, δεν μύριζε, δεν έβλεπε τίποτα. Θυμόταν μόνο πως ένιωθε στην αγκαλιά του και ανυπομονούσε να επιστρέψει σ' αυτήν:


There's a life inside of me that I can feel again,
It's the only thing that takes me where I've never been,
I don't care if I lost everything that I have known,
It don't matter where I lay my head tonight,
Υour arms feel like home...feel like home...


This life ain't the fairy tale we both thought it would be,
I can see your smiling face as its staring back at me,
I know we both see these changes now...
I know we both understand somehow...


Wednesday, July 22, 2009

Will you still love me tomorrow?



"You sniffed me out like I was Tanqueray" της είπε καθώς έμπαινε στο υπνοδωμάτιο γυμνός, κρατώντας δύο ποτήρια τζιν-τόνικ. Συνέχισε λέγοντας "είναι αυτό που τραγουδά η αγαπημένη σου Amy, και τώρα εσύ θα το πιείς", και άπλωσε το χέρι του να της δώσει το ένα ποτήρι ενώ ταυτόχρονα ρούφηξε μία γουλιά από το άλλο. Γύρισε στην κουζίνα, έφερε ένα μπολ με τσιπς και κάθησε μαζί της στα πόδια του κρεβατιού, μισοξαπλωμένος. Εκείνη καθόταν οκλαδών λίγο πιο πάνω, επίσης γυμνή και τον κοίταζε έχοντας μια βαθιά απορία για τα όσα είχαν μόλις συμβεί.

Οι δυο τους εδώ και καιρό βρίσκονταν μία φορά την βδομάδα και δοκίμαζαν τις επιδόσεις τους στον έρωτα. Την έπαιρνε με το αυτοκίνητο και την πήγαινε σπίτι του. Κάθονταν για λίγο στον καναπέ πίνοντας αλκοόλ και ακούγοντας μουσική. Εκείνη μιλούσε και εκείνος την άκουγε προσεκτικά, την ρωτούσε για την καθημερινότητά της, για την οικογένειά της, τους φίλους της. Όσο μιλούσε, της χάιδευε το χέρι και την κοιτούσε στα μάτια. Άλλες φορές, όταν εκείνη φορούσε ανοιχτό ντεκολτέ, περνούσε το χέρι του από το στήθος της αργά και την πλησίαζε ελάχιστα χωρίς να το καταλαβαίνει αλλά χωρίς να θέλει να την διακόψει. Τότε εκείνη αντιλαμβανόταν πως ήταν ώρα να σταματήσει να μιλάει και να αρχίσει να αισθάνεται. Αυτός ήξερε τα πάντα για την Corinne με λεπτομέρειες, για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της. Αλλά πριν προλάβει εκείνη να ρωτήσει για την δική του ζωή, χωρίς καν να το συνειδιτοποιούν, την φιλούσε απαλά στα χείλη και το μυαλό άλλαζε πορεία. Η ίδια ήθελε πολύ να μάθει κάτι αλλά ήξερε πως δεν του ήταν εύκολο να μιλάει για τον εαυτό του. Από την άλλη αυτό την βόλευε λίγο γιατί δεν ήξερε πως να αντιμετωπίσει όσα πιθανόν να άκουγε. Έκαναν καταπληκτικό σεξ, αλλά τα συναισθήματα από την πλευρά του παρέμεναν πάντα ένα μυστικό καλά κρυμμένο! Μόνο πάνω στο πάθος μερικές φορές είχε αφήσει να φανούν οι επιθυμίες του, κάποια συναισθήματά του, κάποιες αδυναμίες του και όπως ήταν φυσικό ό,τι του ξέφευγε η Corinne το κατέγραφε και δεν το ξεχνούσε ποτέ! Λέξεις, κινήσεις, ματιές, όλα...! Έτσι είχαν αναπτύξει μια σχέση στην οποία εκείνη καταπίεζε τον εαυτό της για να μην πει όσα λαχταρούσε η καρδιά της κι αυτός της το ξεπλήρωνε με το να της προσφέρει απλό-"χερα" την ικανοποίηση που τόσο επιθυμούσε.

Ήταν και οι δύο ανίκανοι να επιβιώσουν χωρίς τον έλεγχο μίας κατάστασης. Αλλά ποτέ δεν γίνεται στην ίδια κατάσταση να έχουν τον έλεγχο ταυτόχρονα και τα δύο ανταγωνιστικά πρόσωπα που κυριαρχούν σ' αυτή. Έτσι συμβιβάζονταν, εκείνος με το να πιστεύει -μάλλον!- ότι εκείνη δεν είχε κανέναν απολύτως έλεγχο και ιδέα του τί περνούσε από το μυαλό και την καρδιά του, και κείνη με το να κερδίζει τον έλεγχο όταν τον είχε ανάμεσα στα πόδια της, όταν την ώρα του σεξ κατηύθυνε τα λόγια του προσπαθώντας να τον κάνει να ομολογήσει κάτι όσο βρισκόταν στην αδύναμη στιγμή και με το να προσπαθεί διαρκώς να μαντέψει τί εκείνος σκέφτεται ή νιώθει και συνήθως να πέφτει μέσα. Ίσως το ήξερε και ο ίδιος ότι εκείνη μάντευε τις σκέψεις του, και ίσως να μάντευε λάθος αλλά οι υποθέσεις που έκανε την βοηθούσαν να νιώθει σημαντική για κείνον.

Η Corinne το τελευταίο διάστημα ένιωθε μία ακατανίκητη έλξη μεταξύ τους. Κατά βάθος πάντα πίστευε ότι υπήρχε, αλλά από την στιγμή που η απαγόρευτική τους εκτός-σπιτιού σχέση τελείωσε με το που μπήκε το καλοκαίρι, τον είδε να την πλησιάζει με τολμηρά βήματα! Από τότε που έληξε το ζήτημα που τους επέβαλε να διατηρούν τυπικές σχέσεις όσο βρίσκονταν σε δημόσιους χώρους, εκείνος είχε χαλαρώσει εμφανώς. Την ημέρα που όλα τελείωσαν, την πέρασαν μαζί. Ο David της μίλησε διστακτικά και την ρώτησε γεμάτος αγωνία που προσπαθούσε να μην αφήσει να φανεί αλλά που εκείνη διαισθανόταν, αν είχε αποκαλύψει το μυστικό τους σε κάποιον. Εκείνη απάντησε με μια γλυκεία ευχαρίστηση ότι δεν θα συνέφερε κανέναν τους κάτι τέτοιο και ότι μπορούσε να την εμπιστευτεί. Κατάλαβε πως αρχικά δεν την πίστεψε, αλλά δεν είχε άλλη επιλογή παρά να δεχτεί αυτό που του είπε. Την ευχαρίστησε δεόντως, με έναν τρόπο τόσο ανταποδωτικό όσο όμως και ειλικρινή... Την ευχαρίστησε με τις πράξεις, ή μάλλον, την πράξη που ακολούθησε, και αργότερα και με τα λόγια του. Ήταν πλέον αργά άλλωςστε για οτιδήποπτε διαφορετικό καθώς την είχε ήδη εμπιστευτεί, με το να ξεπεράσει τους φόβους του και με το να πάρει ένα τόσο μεγάλο ρίσκο. Εκείνη εκτιμούσε βαθιά την εμπιστοσύνη που της έδειξε, όπως επίσης ακόμη περισσότερο τον τρόπο με τον οποίο άθελά του την ευχαρίστησε. Καταλάθος εκείνο το βράδυ την είχε αφήσει να ρίξει μία μικροσκοπική ματιά στα συναισθήματά του.

Εκείνη τον ήθελε, τον σκεφτόταν διαρκώς και πάντα είχε μια ανεξήγητη γλύκα απέναντί του. Για κείνη τα βράδια τους δεν ήταν μόνο σεξ. Όταν ήταν μαζί τον κοίταζε για να τον χορτάσει, χωρίς εκείνος να το ξέρει. Όταν έφευγε μύριζε το άρωμά του στο δέρμα της, σιγοτραγουδούσε τα τραγούδια που άκουγαν μαζί, έκλεινε τα μάτια της και θυμόταν το πρόσωπό του, το κορμί του, την φωνή του. Οι αισθήσεις της όταν ήταν με εκείνον αιγήρονταν σε τέτοιο βαθμό που κάθε φορά της φαινόταν σαν μία νέα εμπειρία! Ένιωθε, λοιπόν, πως και κείνος είχε αρχίσει να βλέπει το πράγμα λίγο πιο ζεστά.


Νωρίτερα εκείνο το απόγευμα ο David είχε στείλει μήνυμα στην Corinne. Τις τελευταίες μέρες της έστελνε καθημερινά για να βρεθούν αλλά δεν τα είχαν καταφέρει. Εκείνη την μέρα όμως, η Corinne, αποφάσισε πως ήθελε να τον δει οπωσδήποτε! Έκανε τις δουλειές που είχε αφήσει στην μέση γρήγορα-γρήγορα, μετέτρεψε το δέρμα της σε βελούδο και ξεκίνησε για την περιπέτεια της βραδιάς. Είχαν αρχίσει ένα παιχνίδι και εκείνο το βράδυ έπρεπε να φορέσει ό,τι πιο πρόστυχο είχε στην ντουλάπα της και να έχει μαζί της ό,τι πιο kinky είχε στο δωμάτιό της. Έβαλε λοιπόν μισό φούξια μπλουζάκι και το μισό της σορτσάκι, τα αφόρετα ψηλότερα τακούνια της, έριξε και το φαρδύ μαύρο φορεματάκι της από πάνω (δεν μπορούσε να βγει έξω ημίγυμνη!) και ξεκίνησε βιαστικά.

Τον συνάντησε στο γνωστό σημείο και κείνος μέσα στο καινούριο του σπόρ αυτοκίνητο την περνούσε από ακτίνες για να διαπιστώσει πού στο καλό είχε πάει η πρόστυχη εμφάνιση που δικαιούνταν εκείνο το βράδυ! Κατέβηκαν από το αυτοκίνητο, πέρασαν μέσα από την αυλή με το γιασεμί και κείνη έσκυψε και το μύρισε όπως κάθε φορά. Ήταν το αγαπημένο της λουλούδι, και καθώς και κείνος το λάτρευε επίσης, είχε ένα καταπληκτικό δέντρο στην είσοδο του σπιτιού του. Ακόμη και το άρωμά της μύριζε γιασεμί, κάτι που σχεδόν κάθε φορά σχολίαζε ο David. Της άνοιξε την μουντή ξύλινη πόρτα και μπήκαν στο σπίτι όπου η αυξημένη θερμοκρασία από τον καύσωνα της ήμέρας ήταν αισθητή. Κάθησαν στον μικρό κόκκινο καναπέ, και κείνη άναψε τον ανεμιστήρα που βρισκόταν δίπλα του ώστε να την φυσάει στο πρόσωπο. Τα μαλλιά της ανέμιζαν ελαφρώς ενώ η ανυπόμονη ματιά του την έκανε να αποκαλύψει την πρόστυχη ενδυμασία που ο David δεν είχε ιδέα πως είχε φορέσει για χάρη του. Εκείνος την ώρα που γδυνόταν, την ρώρησε αν ήθελε μία μπύρα αλλά τελικά... δεν της την έφερε ποτέ. Μόλις είδε το κορμί της ημίγυμνο ξανακάθησε, πιο κοντά της αυτή την φορά και την φίλησε στον λαιμό. Συνέχισαν να μιλάνε ενώ φιλιόντουσαν ήρεμα ακόμη. Εκείνος έκανε την χαρακτηριστική κίνηση και πέρασε το χέρι του από το εκτεθειμένο στήθος της. Υποσυνείδητα ήταν το σύνθημα τους, ότι ήρθε η ώρα να φύγουν τα ρούχα και να έρθουν τα χάδια και το πάθος για να μοιραστούν τον καναπέ μαζί τους. Εκείνη έπιασε αυτό που προεξείχε ανάμεσα στα πόδια του και το ένιωσε υγρό, έτοιμο να την στείλει στα ουράνια. Σηκώθηκε να κλείσει τα φώτα και η ατμόσφαιρα έγινε ρομαντική και πλήρως ερωτική. Εκείνη ανέβηκε στην αγκαλιά του και για λίγο έτριψε το κορμί της πάνω του. Οι κινήσεις τους ήταν αργές, απολάμβαναν κάθε δευτερόλεπτο που άγγιζαν ο ένας το δέρμα του άλλου. Αφού έβγαλε τα λιγοστά της ρούχα, εκείνος κάθισε ψηλά στον καναπέ και την χάιδευε παντού ενώ εκείνη έπαιζε μαζί "του" ολόγυμνη. Τον ρώτησε τί ήθελε να κάνουν και της απάντησε πως ήθελε μόνο να την βλέπει, να την βλέπει να βρίσκεται γυμνή στο σαλόνι του γεμάτη επιθυμία να τον έχει. Την κοίταξε για λίγο και καθώς την σήκωσε της είπε "ματάρες μου!", την πήγε προς το δωμάτιο, και όπως πάντα περπάτησε από πίσω της και την αγκάλιασε με τον αγαπημένο της τρόπο, χωρίς να ξέρει πόσο της αρέσει... Το σώμα του άγγιζε την πλάτη της όπως βρισκόταν από πίσω της και την φιλούσε στους ώμους, παραμερίζοντας με το χέρι του λιγάκι τα μαλλιά της. Στην μέση της διαδρομής την σταμάτησε και έσκυψε πίσω της, άρχισε να φιλά τα πόδια της από κάτω προς τα πάνω, όχι παθιασμένα, απλώς με θαυμασμό. Επέμεινε ιδιαίτερα στο σημείο κάτω από την μέση, στην οποία είχε βάλει τα χέρια του και την κρατούσε σφιχτά. Στην συνέχεια, φιλώντας την στα χείλη την έφερε ώστε να έχει τον τοίχο πίσω της, έσπρωξε το κορμί του πάνω της και έβαλε τα χέρια του δίπλα στο πρόσωπό της. Τα φιλιά τους σκοτείνιασαν και τα κορμιά τους άρχισαν να ιδρώνουν, εκείνη ανήμπορη να ξεφύγει τον αγκάλιασε σφιχτά και ελευθέρωσε την καρδιά της από το στενό κλουβί που την φυλάκιζε για να μην καταλάβει εκείνος πόσο τον θέλει. Της είπε να πάει στο δωμάτιο και έκανε να την πάει με φιλιά μέχρι την πόρτα. Τους περίμενε όμως και τους δύο από μία έκλπηξη: για εκείνη ήταν ότι ο David πήγε στην τουαλέττα να πάρει ένα προφυλακτικό, πράγμα που δεν είχε ξανασυμβεί μεταξύ τους παρά μόνο στην πρώτη τους επαφή το οποίο τελικά έμεινε αχρησιμοποίητο, και κείνος δεν είχε δει ακόμη το δεύτερο κομμάτι της πρόκλησης, που βρισκόταν στην ακουμπησμένη στον δερμάτινο καναπέ τσάντα της. Όσο έβαζε το προφυλακτικό εκείνη έφερε τις γούνινες χειροπέδες της. Απορημένη τον είδε να τις αφήνει στο πλάι και να την αρπάζει στην αγκαλιά του. Μπαίνοντας μέσα της την ρώτησε "σου 'λειψα;". Απίστευτο! Δεν τον είχε ακούσει ποτέ να την ρωτάει για τα συναισθήματά της για κείνον, δεν τον είχε δει ποτέ περιμένει μιαν απάντηση με τόση αγωνία! Το πλησιέστερο περιστατικό σε αυτό που μόλις είχε συμβεί ήταν όταν την ρώτησε αν... θα πηδιέται με άλλους όσο θα λείπει διακοπές και αμέσως μετά η δήλωσή του πως θα την κάνει να σκέφτεται εκείνον κάθε φορά που θα την αγγίζει άλλος άντρας. Εκείνη απάντησε πως από την Κυριακή τον ήθελε συνεχώς, προσπάθησε γυρνώντας το στο σεξουαλικό να αποφύγει να του πει πως της έλειπε κάθε λεπτό που βρισκόταν μακριά του. Για πρώτη φορά λοιπόν έκαναν έρωτα, με προφυλακτικό. Για πρώτη φορά ήταν όλα τόσο τρυφερά. Για πρώτη φορά εκείνος ένιωσε την ανάγκη να τελειώσει μέσα της. Το συναίσθημα ήταν συναρπαστικό και για τους δυο τους! Αφού τελείωσαν φίλησε το στήθος της, τα χέρια της και το πρόσωπό της και ξάπλωσε κοντά της. Της μιλούσε γλυκά και χάιδευε τα μαλλιά της.

Σιγά σιγά άρχισαν πάλι τα παιχνίδια και κείνη του έκανε αυτό που ήξερε πως τον οδηγούσε στην απόλυτη απώλεια του ελέγχου και που στην ίδια άρεσε πολύ. Τον έγλειψε ως το τέλος, και κείνος όσο αυτή τον γευόταν της μιλούσε. Όταν τελείωσε και πάλι, η Corinne χώθηκε στην αγκαλιά του. Ξάπλωσε η μισή πάνω του και κείνος την φίλησε στα μαλλιά, στο πρόσωπο, στα χείλη και δεν έπαψε στιγμή να χαϊδέυει το χέρι και την πλάτη της. Λίγη ώρα ακόμη πέρασε και το πήραν πάλι από την αρχή. Έκαναν έρωτα για τελευταία φορά εκείνο το υπέροχο βράδυ και τελείωσε και πάλι μέσα της. Αυτή την φορά το ένιωσε, τον ένιωσε να τρέμει από την ηδονή, τον ένιωσε να τελειώνει, ένιωσε την ανάσα του στον λαιμό της και τον άκουσε να βγάζει τον αναστεναγμό της ολοκλήρωσης. Έμειναν στο κρεβάτι και σχεδόν τον πήρε ο ύπνος στην αγκαλιά της. Της ζήτησε για άλλη μια φορά να μείνει μαζί του το βράδυ, μα εκείνη δυστυχώς δεν μπορούσε. Τότε ήταν που σηκώθηκε, πήγε στην κουζίνα του και γύρισε με τα δύο ποτήρια τζιν-τόνικ και τα τσιπς.

Έφτασε κάποια στιγμή που η Corinne έπρεπε να φύγει και που ο David είχε σχεδόν αποκοιμηθεί. Πήγαν λοιπόν στο σαλόνι και την ώρα που ντύνονταν την ρώτησε: "περνάς καλά εδώ, μαζί μου;". Εκείνη σαστισμένη από την ρομαντική πολιορκία του απάντησε χαμογελώντας πως αν δεν περνούσε καλά δεν θα συνέχιζε να τον βλέπει, να έρχεται σπίτι του και να του δίνεται. Ίσως όμως να μην έγινε πολύ σαφής γιατί εκείνος επέμεινε λέγοντας της πως μιλούσε πολύ σοβαρά. Βγήκαν στην βεράντα να περιμένουν το ταξί, και την ώρα που έφτασε, εκείνος σηκώθηκε, έκοψε ένα κλαδάκι από το γιασεμί και της το έδωσε λέγοντάς της "σ' ευχαριστώ που ήρθες". Η καρδιά της κόντευε να σπάσει, αλλά συγκρατήθηκε, του χαμογέλασε και δίνοντάς του ένα φιλί του είπε "εγώ σ' ευχαριστώ" και έφυγε.

Έτσι έληξε εκείνη η υπέροχη βραδιά και καθώς η Corinne ήξερε πως οι ζωές τους ήταν εντελώς ασύμβατες και πως ήταν επιεικώς πάρα πολύ δύσκολο να γίνει το ζευγάρι του, έμεινε μόνο μία απορία να βασανίζει το μυαλό της:



Tonight you're mine completely,
You give your love so sweetly,
Tonight the light of love is in your eyes,
But will you love me tomorrow?

Is this a lasting treasure,
Or just a moment's pleasure,
Can I believe the magic of your sighs,
Will you still love me tomorrow?

Tonight with words unspoken,
You said that I'm the only one,
But will my heart be broken,
When the night
Meets the morning sun?

I'd like to know that your love,
Is love I can be sure of,
So tell me now and I won't ask again,
Will you still love me tomorrow?

Monday, June 8, 2009

Mojito dance @ Mykonos...




Βρίσκονταν σε ένα μικρό και σκοτεινό μπαρ, χωμένο σε ένα από τα αμέτρητα σοκάκια του νησιού. Όλο το νησί χόρευε σε ρυθμούς ανελέητους, είχε βουλιάξει από νέους που το μόνο που ήθελαν ήταν να αφεθούν, να τους παρασύρει η ατίθαση αυτή αύρα και να περάσουν στιγμές αξέχαστες. Όλοι έπιναν, χόρευαν, τραγουδούσαν χωρίς να έχουν πια φωνή. Διασκέδαζαν χωρίς διακοπές, αυτό ήταν για κείνους ξεκούραση. Ήξεραν πως μέχρι να γυρίσουν στην βουή της πόλης θα είχαν ξεχάσει τους και τις παρτενέρ που συνόδευαν αυτά τα βράδια. Τίποτε όμως δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό τους αυτή την ξένοιαστη απόδραση. Λίγο παραπέρα ακουγόταν το κύμα που έσκαγε ανυπόμονο στο δρομάκι που ποδοπατούνταν οι θαμώνες των παραλιακών κλαμπ, ακουγόταν η δυνατή μουσική που ήταν η ίδια για όλους, τα τακούνια που χτυπούσαν στις πέτρες σύμφωνα με τον ρυθμό και ο ερωτισμός που ξεχείλιζε από παντού... Τα κορμιά ιδρωμένα, φιλιά, χάδια, η ατμόσφαιρα σε σημεία ανεξέλεγκτα και ο χορός πρόστυχος για να επιβεβαιώνει τα αντίστοιχα λόγια. Μαυρισμένοι κοιλιακοί και στήθη, ανέμελα μαλλιά και αλατισμένα σώματα δεν έπαυαν να κινούνται, μισό-καλυμμένα με άχρηστα περιτυλίγματα. Άλλοι ντυμένοι εντυπωσιακά, άλλοι με όσο λιγότερα μπορούσαν, με μαγιώ, χωρίς παπούτσια, κατευθείαν από θάλασσα και ηλιοκαμμένοι. Οι κοπέλες όλες πανέμορφες και ανταγωνιστικές, οι άντρες έτοιμοι να τις κερδίσουν ανεξαρτήτως απαιτήσεων.


Όσο λικνίζονταν οι καλοκαιρινοί χορευτές, λουσμένοι με αλκοόλ, η Stacey και ο Joey κοιτάζονταν επίμονα και άφηναν την επιθυμία τους να τους παρασύρει. Περίμεναν το δροσιστικό Mojito να σερβιριστεί και χόρευαν στους ρυθμούς του ομώνυμου τραγουδιού. Εκείνος άγγιζε το κορμί της, την έσφιγγε πάνω του και την οδηγούσε να χορέψει παράλληλα μ' αυτόν. Το Mojito έφτασε και όσο κατέβαινε το ποτό, τόσο η θερμοκρασία αυξανόταν. Το ρούμι έσταζε στο μπούστο της από τον ασταμάτητο χορό και κείνος το μάζευε με την γλώσσα του απ' το κορμί της. Όσο περνούσε η ώρα μεταμορφώνονταν σε ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί. Οι ρυθμοί ανέβαιναν, το χέρι είχε βρει καταφύγιο κάτω από την φούστα της και τα σώματά τους είχαν γίνει ένα. Τον χάιδευε όπου μπορούσε, περνούσε το χέρι της από την πλάτη του, βρεχόταν και αυτή από τον ιδρώτα του, τον άγγιζε σε ιδιαίτερα σημεία απροκάληπτα. Σιγά σιγά τα ρούχα τους λιγόστευαν, κανείς όμως δεν έδειχνε να ενοχλείται. Μάλλον ακολουθούσαν το παράδειγμά τους: ζευγάρια επίσημα και ανεπίσημα, φρέσκιες αφίξεις στο νησί, είχαν βρει τον παράδεισό τους. Τσιγάρα και ποτά κυκλοφορούσαν συνοδεία με τους ιδιοκτήτες τους από μαγαζί σε μαγαζί, εναλλάσονταν τα περιβάλλοντα διαρκώς σε μία ατέρμονη αναζήτηση νέων ευκαιριών.

Όταν πλέον η λάβα έκαιγε τα κορμία και των δύο, έφυγαν από το χαοτικό αυτό σύστημα αμαρτωλών και κατευθύνθηκαν προς το ξενοδοχείο. Πριν καλά καλά φτάσουν στο δωμάτιο είχε αρχίσει η πράξη που θα τους εκτόξευε σε δρόμους πονηρούς. Έβγαζαν τα ρούχα ο ένας του άλλου, και τα μοίραζαν στους διαδρόμους καθώς πλησίαζαν στο μέρος που σε λίγο θα γινόταν μάρτυρας του έρωτα τους. Η μουσική δεν είχε σταματήσει, ακουγόταν μακρινή ίσα ίσα για να δίνει ρυθμό στις κινήσεις τους. Από το μπαλκόνι φαινόταν η πισίνα και κόσμος πήγαινε και 'ρχόταν, ερωτοτροπούσε στα νερά, έπινε και χόρευε, παρεκτρεπόταν χωρίς αναστολές. Η ζέστη έμπαινε από το ορθάνοιχτο παράθυρο. Εκείνη ξάπλωσε στο κρεβάτι και ετοιμάστηκε να τον δεχτεί μέσα της. Το φως που τρύπωνε από το καλοκαιρινό φεγγάρι, αντανακλούσε στα κορμιά τους και διέγραφε με ακρίβεια κάθε τους κίνηση. Φίλησε απαλά τα πόδια της που ήταν στηριγμένα στους ώμους του. Έβαλε το χέρι του στην γυμνή κοιλιά της και έκανε μία διστακτική κίνηση προς τα μπροστά. Οι κινήσεις τους σταδιακά άρχισαν να γίνονται όλο και πιο γρήγορες μέχρι που και οι δύο τους εξάντλησαν τα ποσά ικανοποίησης που μπορούσαν να αντλήσουν ό ένας από τον άλλον.

Μετά την δυνατή εμπειρία τους, έπεσαν στο κρεβάτι μουδιασμένοι. Εκείνος την αγκάλιασε και φίλησε το πρόσωπό της στο πλάι, εκεί που αρχίζουν τα μαλλία. Πέρασε τα δάχτυλά του μέσα από τα μαλλιά της, και το άλλο του χέρι κάτω από το στήθος της, γύρισε το σώμα του προς την μεριά της και της είπε στ' αφτί πως δεν θα ξεχνούσε ποτέ την βραδιά τους. Οι σκιές και το μισοσκόταδο τόνιζαν τις καμπύλες της και κείνος έσυρε το χέρι του κατα μήκος του κορμιού της. Ιδρωμένοι και με μία ανείπωτη χαρά, μετά από λίγο, σκεπάστηκαν με τα λευκά σεντόνια και έκλεισαν τα μάτια τους. Τους πήρε ο ύπνος αγκαλιά και τους ξύπνησε το φως της ανατολής.

Όταν η Stacey άνοιξε τα μάτια της βρήκε ένα λευκό τριαντάφυλλο ακουμπισμένο στο μαξιλάρι δίπλα της, και πριν προλάβει να αναρωτηθεί πού είχε πάει, ο χθεσινοβραδινός σύντροφός της χτύπησε η πόρτα. Εκείνη έτρεξε μ' έναν ανεξήγητο ενθουσιασμό, τυλίχτηκε με το σεντόνι και άνοιξε διάπλατα την πόρτα. Ήταν ο Joey που είχε πάει να της φέρει πρωινό. Αφού της έκλεψε ένα σωρό φιλιά, το έφαγαν μαζί και ντύθηκαν για παραλία. Ξεκίνησαν μια καινούρια μέρα και μία καινούρια ζωή μαζί.

Sunday, May 24, 2009

Through the Mosnoon


Η Sandy αλλοπαρμένη άκουσε τους χτύπους της πόρτας που την έφεραν και πάλι στην πραγματικότητα. Ταξίδευε στις σκέψεις της, που είχαν όμως μορφή τυφώνα. Μέσα της επικρατούσε η καταιγίδα που άφηνε υγρά και κρύα όσα άγγιζε στο πέρασμά της. Ερήμωνε τα παλιά της στέκια και πάγωνε τα απομεινάρια από τα οποία αρπαζόταν η Sandy για να θυμάται και να νοσταλγεί τα όσα είχαν περάσει. Είχε καιρό να νιώσει ευτυχισμένη και ήξερε πως για αυτό δεν έφταιγε ούτε η αναμαλλιασμένη της καρδιά, ούτε ο ατίθασος χαρακτήρας της.

Είχε περάσει αρκετό καιρό μόνη της, ελεύθερη και ανεξάρτητη. Αλλά αυτό που ζητούσε ήταν η γλυκιά εξάρτηση του έρωτα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ήθελε μονάχα να αγαπηθεί, χωρίς όρους και προϋποθέσεις. Ονειρευόταν έναν άντρα που θα την έπαιρνε από το χέρι και θα της έδινε την ψυχή του. Περίμενε εκείνον που θα υπηρετούσε πιστά και θα τον φρόντιζε με λατρεία, με αστείρευτη αγάπη. Αναζητούσε κάποιον να θαυμάσει και να θαυμαστεί. Ένα υποκατάστατο της οικογενειακής αγκαλιάς, μια καλή πρόθεση, ένα χαμόγελο το πρωί μαζί με το πρωινό της. Ήθελε κάποιον να χαζεύει μέχρι να αποκοιμηθεί και να τον βρίσκει να την χαζεύει εκείνος όταν θα ξυπνούσε. Ήθελε αυτόν τον έρωτα που τόσο έντονα είχε βιώσει. Ακόμη και αν ερχόταν και πάλι μαζί με μια τραγική απογοήτευση. Ήθελε μια γνώριμη μυρωδιά, ένα δέρμα απαλό να αγγίζει το δικό της κάτω από τα σκεπάσματα, ένα χέρι να περνά τα δάχτυλα αργά μέσα από τα μαλλιά της, μια φωνή να της σιγοτραγουδά, ένα κορμί να την ζεσταίνει, μια παρέα να την περιμένει. Μια αγάπη, έναν έρωτα, μια θέρμη στην καρδιά που να την μοιράζεται με Εκείνον, οι δυο τους κόντρα σ' όλο τον κόσμο. Άξιζε τον κόπο για εκείνη έστω και μια στιγμή ευτυχίας που την μοιράζεσαι με κάποιον άλλο, όλο τον πόνο που μπορούσε να αντέξει. Περίμενε το παραμύθι της ν' αρχίσει και ήταν έτοιμη να θυσιάσει ό,τι χρειαζόταν για να το προστατεύσει.

Μέσα σ' αυτό το διάστημα πέρασε πολλές βραδιές με καβαλιέρους και ιππότες. Έκανε "έρωτα" -όπως εκείνοι έλεγαν-, έκανε σεξ -όπως το ονόμαζε η ίδια-. Γιατί στον έρωτα νιώθεις, δεν πονάς:

Όταν βρισκόταν με κείνον που τόσο την έκανε να πετά στα σύννεφα, με κείνον που της προκαλούμε θαυμασμό και που την έκανε να νιώθει πως θέλει να γίνει δικιά του και πως κάθε θυσία για εκείνον θα ήταν μικρή, κατέβαλε προσπάθεια για να μην του δείξει τα συναισθήματά της. Για να μην αφεθεί και του το πει! Ήξερε καλά πως δεν ήθελε να ακούσει τίποτα από την έβγαιναν από ην πόρτα του για να την πάει σπίτι της. Δυστυχώς ποτέ δεν είδε την λαχτάρα στα μάτια της. Ποτέ δεν πρόσεξε πως χάιδευε τα μαλλιά του ή το κορμί του μετά την πράξη εξαγνισμού... Για εξαγνισμό επρόκειτο, ήταν το κρυφό αντάλλαγμά της για την ευκαιρία να βρίσκεται μαζί του έστω και για λίγο. Εξάγνιζε έτσι λοιπόν το άλλοθί της και πλήρωνε το αντίτιμο, που πολύ θα ήθελε να είναι απλώς η αποθέωση της συνύπαρξής τους και όχι κάτι σαν δόλωμα. Για εκείνον όλα αυτά ήταν ένα παιχνίδι ερωτικό, απολύτως ρηχό. Μα η Sandy, σαν παιδί, τον ονειρευόταν.

Ο άλλος που γέμιζε τον χρόνο της, ήταν καλλιτέχνης! Παρόν μόνο σε οριζόντια θέση, αλλά μόλις η ανόητη προσπαθούσε να πει δυο λόγια με τον εραστή της, εκείνος την αγνοούσε προκλητικά. Είχε όμως εξ' αρχής δηλώσει τις προθέσεις του, κάτι που δεν της άφηνε περιθώρεια διαμαρτυρίας, παρά μόνο φυγής.

Η Sandy γνώριζε διάφορους. Πήγαινε σε κρυμμένες παραλίες με κρύους τύπους που της προσέφεραν προσοχή άλλα κατά τα άλλα άφηναν την ψυχή της αδιάφορη. Άλλες φορές με παλιούς φίλους που της προξενούσαν ξεχασμένα συναισθήματα μα και πάλι... κάτι πήγαινε στραβά. Πάντα για κάποιο λόγο όλοι ήταν ανεπαρκείς.

Σκεφτόταν το παρελθόν της. Πως εκείνο κατακλιζόταν από ανθρώπους που τουλάχιστον στο συντροφικό κομμάτι, σε κείνο που της αναλογούσε και ειδικά στην αρχή, την είχαν στείλει στον ουρανό. Αυτοί οι σατανάδες τώρα της έμοιαζαν άγγελοι, και ας της είχαν κάνει τόσο κακό. Εκείνοι ευθύνονταν για την καταιγίδα που κρατούσε αυτά τα μάτια υγρά και την καρδιά της ραγισμένη. Αυτά τα αγγελικά πρόσωπα προκαλούσαν εκείνο το εκκωφαντικό βουητό μες το κεφάλι της, που δεν την άφηνε να ακούσει καθαρά τα όσα τα νέα άτομα στην ζωή της είχαν να πουν.

Και κείνη, όπως όλους μας, την βασάνιζαν οι παλιοί της δαίμονες: οι αναμνήσεις. Δυσκολευτόταν να αποκοπεί από το ποιά ήταν. Οι μόνες στιγμές που το κατάφερνε ήταν αυτές στις οποίες ονειρευόταν το ποιά θέλει να γίνει. Έβλεπε φωτεινό το μέλλον της. Μα στο παρόν της ο ήλιος είχε δύσει, και αυτή η νύχτα είχε ήδη κρατήσει αρκετά.

Έπαψε πια να περιμένει τον φτερωτό θεό. Έβγαλε το μυαλό της από την άιθουσα αναμονής και άρχισε να ονειρεύεται αυτά που μόνο από την ίδια και απ' την καλή θέληση του Θεού της εξαρτώνταν. Αρνήθηκε να υποκείψει στις σεξουαλικές προτάσεις και είδε πως... έτσι πονούσε λιγότερο. Ετοιμάστηκε να φύγει, να δει τον κόσμο με τα μάτια της, να μάθει, να γευτεί, να κατακτήσει. Παραδέχτηκε αυτό που χρόνια τώρα πολεμούσε και αναγνώρισε πως η οικογένειά της μόνο ήταν που φρόντιζε να είναι πάντα παρούσα. Έριξε πίσω της μια τελευταία ματιά και ενώ άνοιγε η πόρτα και η μητέρα της προσέφερε τα χέρια της ανοιχτά για μια μεγάλη αγκαλιά, για ένα καταφύγιο στο οποίο κρυμμένη ένιωθε απόλυτη ασφάλεια, έκλεισε την τελευταία μέρα της παλιάς της ζωής με ένα τραγούδι που αφιέρωνε στον εαυτό της:


I ´m starring at a broken door
There ´s nothing left here anymore
My room is cold, it's making me insane

I've been waiting here so long
Another moment seems to 've come

I see the dark clouds coming up again



Running through the monsoon, beyond the world,
til' the end of time

Where the rain won't hurt, fighting the storm,
into the blue

And when I lose myself I'll think of you,
together we'll be running somewhere new



Through the monsoon

Just me and you










Thursday, April 30, 2009

The Kryptonite of a Supergirl: Loneliness


She had dropped her tired body on her old bed, the one she was using ever since she could remember herself, as a little girl, the one that had held all the tears shed by her longing eyes, the one that had accepted the love she had felt in the past. It was that same bed that had witnessed all of her boyfriend-girlfriend private moments and all of her lonely nights, one by one.

She took this pen and started writing down all of her thoughts, trying to get out all this frustration she kept inside well hidden for a pretty long time. Influenced by the movie she had just finished watching, she felt anger running through her core as if it was steal knives.

Since she was young she had not had any non-sense high school crap like this evading her life. Once again she was surprised by people's need to be mean to who they feared. But... still, after all these years the same question was torturing her mind: Why do they fear me?

It was late at night when she had that annoying talk with her potential boyfriend. It was about people that had made the mistake of talking behind their backs. Truth is her and that guy had both given reasons for that to happen. But this still didn't make any less pathetic the fact that these people used those tiny little opportunities to gossip. Why is gossiping so satisfying and ..even worse.. addictive (!) she'll never understand.

She was thinking about a "gal" of hers that had used a couple of simple information as a weapon against her. She was mad that people that hadn't even seen her face knew disturbingly well details about her personal life and that she found out about that by chance.

It was now obvious to her that people were not to be trusted. That the only thing worth trusting in this world were her natural instincts. She was slowly realizing she was the kryptonite of herself. Remembering all the childish -as she then thought- fears that no human was able to stand by her as she needed it, there were three songs constantly popping in her mind, coming and going like the people in her life. She then knew she was somehow different that the rest and she'd only be happy by meeting people of her own kind.

I took a walk around the world to ease my troubled mind,
I left my body laying somewhere in the sands of time,

I watched the world float to the dark side of the moon,

After all I knew it had to be something to do with you,
You called me strong, you called me weak but your secrets I will keep,
You took for granted all the times I never let you down.


But there was her kryptonite again and she started loving it. What used to cause that horrifying shivering in her sleep, had now become the only thing left going right around her:


Μοναξιά μου όλα, μοναξιά μου τίποτα,
Μη μ' αφήνεις τώρα που είναι όλα πιο δύσκολα.


She was finally starting to understand the deeper meaning of this song, feeling in her skin that her worse fear -loneliness- had become a life saving place where she could escape anytime she wished, wherever, however. She remembered her favorite song of all times and tears came to her eyes as she was whispering the lyrics:

and then she said it's ok I got lost on the way,
cuz I'm a Supergirl and Supergirls don't cry,
and then she said it's alright I got home late last night,
cuz I'm a Supergirl and


Supergirls just fly...



And she flew away....



Monday, April 13, 2009

Πούλα με λοιπόν, στο ξαναλέω...


Ταξίδευε χαμένη στις σκέψεις της και πάλι... Σκεφτόταν το προηγούμενο πρωί, που το είχε περάσει χαζεύοντας τα ιστιοφόρα που περίμεναν ακίνητα κάποιον να τους δώσει την χαρά των κυμάτων, σε μία μαρίνα σε ένα προάστιο της άσχημης πόλης της. Συνειδητοποιούσε πως, με μεγάλη αγωνία, κάθε φορά τις Κυριακές έκανε διάφορες εξορμήσεις, προσπαθώντας να γνωρίσει τα μέρη αυτά και να αλλάξει γνώμη για τον τόπο που την μεγάλωσε και την έφερε σε αυτή την νεότητα γεμάτη αναμονή. Αναμονή για το καλύτερο που θε να 'ρθεί, για κείνο το κάτι που θα γέμιζε την ψυχή της ενθουσιασμό και λαχτάρα, για ένα όνειρο, μια αγάπη, κάτι να χαράξει την πορεία της.

Εκείνη την Κυριακή την πέρασε, λοιπόν, υπό το φως του ήλιου που ζέσταινε τα γυμνά της χέρια και το πρόσωπό της. Χάζευε τα πουλιά που πετούσαν από το ένα δέντρο στο άλλο, τα σκυλιά που έπαιζαν δίπλα στο νερό και τα γατάκια που έπαιρναν τον μεσημεριανό τους ύπνο λουσμένα στο φως και γεμάτα από το συναίσθημα της ασφάλειας που τους έδινε η παρουσία της μαμάς - γάτας λίγο παραδίπλα. Πανέμορφο ανοιξιάτικο μεσημέρι σε ένα μέρος ειδικά φτιαγμένο για δραπέτες.


Η Tiffany όμως προσπέρασε όλα αυτά τα θεάματα και κάρφωσε τα μάτια της στο πρόσωπό του. Καθόταν απέναντί της και κοιτούσε πότε την θάλασσα, πότε τα γατάκια, αλλά σχεδόν καθόλου εκείνη. Έπιναν τον καφέ τους και μιλούσαν για τα προβλήματά της. Αχ, και να 'ξερε πως το μεγαλύτερο πρόβλημά της ήταν εκείνος. Αχ, και να έκανε αυτό το ελάχιστο που θα έδιωχνε κάθε παράπονο από το βλέμμα της. Μια μονάχα λέξη του θα ήταν αρκετή. Μια μικρή εξήγηση για το πως ένιωθε, μια προσπάθεια να την ευχαριστήσει, ένα λουλούδι, μια αγκαλιά, ένα γλυκό φιλί ή έστω μια ματιά που θα έβλεπε τελικά την αγωνία της... Έκανε υπομονή και τα άντεχε όλα, ήξερε πως αν τελικά κατάφερνε να φέρει την ζεστασιά και πάλι στην καρδιά του θα είχε επιλέξει σωστά να περιμένει. Σκεφτόταν πως ίσως η βόλτα αυτή που της είχε προτείνει ήταν μια μικρή αναγνώριση της αμίλητης στάσης της και προσπάθησε να μην αφήσει να φανεί πόσο χρειαζόταν ένα φιλί του. Συνέχισε να υποστηρίζει την δυναμική της εικόνα, την αχαλίνωτη νιότη της που σε συνδυασμό με την θέλησή της δεν της επέτρεπε καμία ήττα.

Ξαφνικά το ταξίδι της στην χθεσινή μέρα τελείωσε και η προσγείωση στην πραγματικότητα ήταν αρκετά σκληρή για την πονεμένη της καρδιά. Βρέθηκε και πάλι στην καρέκλα της, σε ένα κενό δωμάτιο, με το ραδιόφωνο να παίζει ένα τραγούδι που για κείνη ήταν αγκάθι. Έμεινε εκεί καθισμένη για αρκετή ώρα. Μέσα σε ένα δευτερόλεπτο, όταν διάβασε την απάντηση στο μήνυμά της, κατέβασε το κεφάλι απογοητευμένη για ακόμη μια φορά. Κοιτούσε και ξανακοιτούσε το κινητό της που τόσες φορές της είχε φέρει άσχημα νέα όπως εκείνη την στιγμή, το κρατούσε στα χέρια της απελπισμένη. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα και στο μυαλό της έγινε μία έκρηξη που τα έκανε όλα και πάλι χαοτικά, μία άβυσσος κρυμμένη πίσω από το πρόσωπο μίας νέας κοπέλας που το μόνο που αποζητούσε ήταν να ξεπεράσει τον εαυτό της και να ερωτευτεί βαθιά. Ο χρόνος πάγωσε και το πνεύμα της σαν να βγήκε από το σώμα της και είδε τον εαυτό της όπως ήταν εκείνη την στιγμή: μισόγυμνη, με μαύρα πρόστυχα εσώρουχα και κάλτσες διχτυωτές ώς τους γοφούς, βρεγμένα μαλλιά τυλιγμένα σε μια πετσέτα, αχτένιστα ακόμη και κάτι μπότες λουστρίνι που θα ολοκλήρωναν το λουκ. Έδωσε μια με τα πόδια της και άρχισε να στριφογυρίζει με την μαύρη καρέκλα. Ανέβασε τα πόδια στο κάθισμα, έλυσε την πετσέτα από τα μαλλιά της και
πέρασε τα δάχτυλά της ανάμεσα τους ανακατεύοντάς τα. Έχωσε το κεφάλι ανάμεσα στα γόνατά της και άφησε να βγει η οργή της για την ανάγκη αυτή του Έρωτα να παιδεύει πάντα κάποιον από τους θαυμαστές του. Συνέχισε να στριφογυρίζει και ένιωθε την γεύση από σαμπούκα στο στόμα της πιο έντονη σε συνδιασμό με την ζάλη. Πέταξε τον κορσέ, έσκισε τις κάλτσες εξαγριωμένη και γονάτισε στο πάτωμα ουρλιάζοντας το τραγούδι της.

Την απογοήτευση αυτή είχε προκαλέσει η ευκολία με την οποία πήρε πίσω ο James την πρόσκλησή του: την είχε καλέσει σπίτι του εκείνο το βράδυ. Και οι δύο ήξεραν πως δεν θα έκαναν... σεξ... (γιατί έρωτα ούτως ή άλλως ποτέ δεν είχαν κάνει!). Εκείνη όμως ήθελε να του κάνει έκπληξη, να εμφανιστεί με την φούστα της και τις μπότες, να πετάξει την ζακέτα και να φανεί πως μόνο εσώρουχα φορούσε από κάτω. Σχεδίαζε στο μυαλό της πως να τον πάει ως το δωμάτιο και στο φως των κεριών να τον ευχαριστήσει με τον τρόπο που μόνο εκείνη ήξερε. Σκόπευε να του χαρίσει την ηδωνή που τον έκανε να σιγοσφυρίζει καθισμένος στο κρεβάτι μετά. Ήθελε μονάχα να του δώσει αυτό που του άρεσε και να δει την ευχαρίστηση στα μάτια του. Ας είχε ένας από τους δύο, τουλάχιστον, αυτό που ήθελε, της αρκούσε.


Η Tiffany ήξερε καλά πως δεν ήταν λόγος αυτός να στενοχωριέται, πως δεν ήταν αρκετά σημαντικό για να προκαλέσει αυτή την έκρηξή της. Την πλήγωνε όμως το γεγονός πως για άλλη μια φορά είχε μείνει σέκος, αλλά ακόμη χειρότερα αυτή την φορά είχε χάσει την ευκαιρία να το
υ δώσει κάτι να θυμάται πριν φύγει για το ταξίδι του στην Νέα Υόρκη την επόμενη μέρα. Μέσα της ένιωθε πως ξεπουλούσε τις αξίες της για αυτόν τον άνθρωπο, ο οποίος ακύρωσε την συνάντησή τους γιατί ήταν πολύ κουρασμένος για να πάει να την πάρει από το σπίτι της. Και εκείνη ήταν όμως κουρασμένη: από την αδιαφορία. Είχε κατεβάσει αρκετές φορές το κεφάλι και θα το έκανε και πάλι απόψε για χατίρι του, για να του δώσει αυτό που όλοι οι άντρες ονειρεύονται: μια κοπέλα, που θα ικανοποιεί τις σεξουαλικές τους φαντασιώσεις χωρίς καν αυτοί να το ζητήσουν και που δεν θα ζητά καμία δέσμευση από μέρους τους.

Παρόλο που η καρδιά της ήταν κομμάτια, τα μάτια της μούσκευαν τα μάγουλά της με δάκρυα και το κορμί της κρύωνε μέσα σ' ό,τι είχε απομείνει από αυτά τα βρωμό-εσώρουχα, εκείνη τραγούδησε παράλληλα με το ραδιόφωνο και φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε τους στίχους του τραγουδιού. Ήξερε μέσα της πως και πάλι θα τον περίμενε και... πίστευε πως έτσι έπρεπε να κάνει. Πως ήταν η σειρά της να περιμένει κάποιον και πως ναι, μια μέρα εκείνος θα έβλεπε τον έρωτα της, θα δεχόταν να θυσιάσει την εργένικη ζωή του για κείνην και θα άρχιζε επιτέλους ένας νέος κύκλος στην ζωή τους. Αποφάσισε λοιπόν να υπομένει και να περιμένει. Το τελευταίο δάκρυ κύλισε και η Tiffany σήκωσε το κεφάλι της ολοκληρώνοντας τους στίχους:

Πούλα με ακόμα μια φορά, δεν με πειράζει
Δεν με πειράζει που θα μείνω μοναχή
Απόψε το κορμί σου θα 'ναι αλλού

Θα' ναι σε κάτι ξεχασμένα καλοκαίρια
Θα 'ναι στις νύχτες της ατέλειωτης σιωπής
Θα 'ναι στα φιλμ της χαράς και της μιζέριας

Πούλα με λοιπόν στο ξαναλέω, πούλα με για λίγη σιγουριά
Πούλα με πολύ φθηνά δεν ξέρω, ίσως αύριο, να 'ναι αργά
Κι αν σε βλέπω αδιάφορα ξερά, δεν με πειράζει κι αν τα χείλη σου γελούν
Μια καληνύχτα αν μου πεις δεν με πειράζει, γιατί απόψε το κορμί σου θα 'ναι αλλού...


Πούλα με λοιπόν στο ξαναλέω...


Monday, April 6, 2009

Walking away...


Η Kate μετά από αρκετό καιρό βρέθηκε και πάλι στο μάθημα, καθόταν μόνη μεταξύ άλλων σε μία παγερή και μελαγχολική αίθουσα. Άκουγε τον Κολομβιανό καθηγητή να μιλά για περίεργα μαθηματικά μέσα στο μάθημα της φιλοσοφίας, κάτι που την έκανε να θυμηθεί γιατί είχε τόσο καιρό να πάει στην σχολή. Ήξερε πως αν το ήθελε θα μπορούσε να έχει τον ερωτευμένο φίλο της να την περιμένει ανυπομονώντας έξω από την θλιβερή αυτή αίθουσα που έκανε την καρδία της να βρίσκεται σε χειμώνα, παρόλο που ο αέρας μύριζε ανοιξιάτικα λουλούδια. Δεν άντεχε όμως να τον αφήνει να περιμένει γιατί ήξερε... πως δεν είχε σκοπό να "βγει"...

Μέσα στον χειμώνα της, βυθιζόταν ακόμη περισσότερο όταν σκεφτόταν τον Conor. Αυτός ο νεαρός ήταν εκείνος που έκλεβε ένα εισητήριο, για την παράσταση που παιζόταν στα όνειρά της, σχεδόν όλα τα βράδια! Όποτε εκείνος τρύπωνε, εκείνη έβαζε τα δυνατά της. Όταν όμως έλειπε, όλα της φαίνονταν ανούσια. Είχε, όμως, καιρό να εμφανιστεί και η Kate είχε αρχίσει να ξεχνά τα λόγια της, ο κόσμος λιγόστευε και μόνο φίλοι και συγγενείς παρέμεναν για να ζεσταίνουν τα άδεια της μονοπάτια που λαχταρούσαν την αγάπη.

Την τελευταία φορά που τον είχε δει -όχι σ' όνειρα, σε δρόμους αληθινούς- την είχε κάνει να νιώσει για κείνον σημαντική. Της είχε δώσει αυτές τις φρούδες ελπίδες που έπρεπε και αυτός να ξεπουλήσει για να προστατευτεί από την αναπόφευκτη -τελικώς- αποκάλυψη της κενότητάς του. Εκείνη δεν αρπάχτηκε από τα τρεμάμενα χέρια του, είχε υποψιαστεί ότι το τρέμουλο αυτό ήταν μάλλον οι αχαλίνωτες ορμόνες του και όχι η λαχτάρα του να την φροντίσει. Ούτε και τα παραμέρησε όμως αυτά τα βρώμικα χέρια. Τα άφησε να την αγγίξουν και τους έδωσε τροφή. Αυτός όμως αχάριστος και με σκληρή έπαρση πήρε την τροφή και πέταξε τα αποφάγια του λερώνοντας την παράστασή της.

Η Kate προσπάθησε να κάνει υπομονή και είχε κάνει ήδη αρκετή. Είχε εκθέσει τον εαυτό της ως εκεί που ο Conor, κρύος και χρυσωμένος άντεχε να χειρηστεί. Αυτό ίσως ήταν και το λάθος της. Ίσως έπρεπε να του δώσει να καταλάβει πως ονειρευόταν, τότε ίσως αυτός ο... ταξιδιώτης να είχε τρομάξει και να 'χε ανοίξει καταλάθος το στόμα του. Έστω καταλάθος! Αλλά, μετά από τα λάθη που βάραιναν την πλάτη της και ακόμη χειρότερα την ψυχή της, δεν τολμούσε να προκαλεί ανθρώπους. Δεν ήθελε από το κουράγιο της -που ήταν αρκετό και την συνέπαιρνε- να φερθεί σε κάποιον με τρόπο άδικο. Το είχε βιώσει άλλωστε και από τις δυο πλευρές και ήξερε ότι στο τέλος για κανέναν από τους δυο δεν θα ήταν ευχάριστο. Τον άφησε λοιπόν να πάρει τον χρόνο του, αλλά τελικά... μάλλον κάποιος άλλος πήρε κάτι άλλο... Μάλλον αντί να πάρει την καρδιά του, πήρε εκείνος τις δυνάμεις της και τη νίοτη της. Αλλά δεν θεώρησε πως ήταν ικανή να του προσφέρει σε άλλα επίπεδα, λιγότερο ζωώδη και που δεν οδηγούνται απλώς από ένστικτα, μα από το πνεύμα και την προσωπικότητα.

Περνούσαν οι μέρες και τον έβλεπε σε μέρη που λαχταρούσε να βρεθεί, μόνο και μόνο για να βρει μια ευκαιρία να του δείξει πως την είχε κρίνει λάθος. Εκείνος αδιάφορος την προσπερνούσε και έκανε στα μάτια της πιο εμφανή την έλλειψη ανδρισμού του, παρόλο που είχε προσπαθήσει πολύ να την πείσει για το αντίθετο, σε καταστάσεις... οριζόντιες. Μία μέρα η Kate έκανε την κίνηση να τον καλέσει σε μια στιγμή για 'κείνη σημαντική. Του ζήτησε να παρεβρεθεί και να της δώσει την προσοχή του. Να την δει πως είναι εκτός του χώρου που την αντιμετώπιζε συνήθως. Να την αφήσει να τον γοητεύσει, να του δείξει τον εαυτό της που ως τότε αγνοούσε. Εκείνος δέχτηκε με μία εντυπωσιακή προθυμία αλλά η Kate ήταν σίγουρη, για αυτόν τον λόγο ακριβώς, ότι δεν θα πραγματοποιούνταν η επιθυμία της. Την τελευταία στιγμή την ενημέρωσε πως δεν θα τα κατάφερνε, της πέταξε μια φτηνή δικαιολογία στα μούτρα και έκλεισε την απολογία του με ένα υποκριτικό "I hope you wont hate me... (big!)". Ευτυχώς η Kate ήταν προετοιμασμένη για κάτι τέτοιο. Είχε χάσει, ή μάλλον δεν είχε αποκτήσει ποτέ, τις ελπίδες της για κάποιο ενδιαφέρον από πλευράς του. Του απάντησε ψύχραιμα λοιπόν "Your loss, not mine." και έκλεισε τις πόρτες της παράστασης, τον έδιωξε και φρόντισε να του απαγορευτεί η είσοδος.

Έμεινε μόνο να αναρωτιέται: τί ήταν αυτό που του έδωσε την δυνατότητα να εισχωρήσει έτσι εκβιαστικά στον κόσμο της; Αφού άντρας δεν ήταν, πώς κατάφερε να μην τον τσακώσουν; Εκμεταλλεύτηκε την ελαστικότητά της, την θέλησή της να δώσει ευκαιρίες και να μην γίνει μια σκύλα που θα τον κατέκρινε για τα προφανή. Εκείνη όμως δεν σκόπευε να γίνει σκύλα εξαιτίας του! Αν το είχε κάνει βέβαια, δεν θα τον είχε αδικήσει, όπως μόνος του κατάφερε να αποδείξει. Άνανδρα και ύπουλα εισέβαλλε στην ζωή της, με τον ίδιο τρόπο το 'σκασε. Την πρώτη φορά η χαζούλα του επέτρεψε αυτή την "παρανομία", την δεύτερη όμως δεν του την συγχώρεσε. Πάτησε την θέλησή της και τραγούδησε με σιγουριά στους τίτλους του τέλους:


Well I 'm so tired baby
Things you say you 're driving me away
You should ´ve realized
I ´m not like the other gals

Well I don 't wanna live my life too many sleepless nights
Not mentioning the fights, I 'm sorry to say baby

I 'm walking away from the troubles in my life
I 'm walking away, to find a better day...

Wednesday, March 25, 2009

All the lights that light the way are blinding...

"Επιτέλους!" μονολόγησε η Summer, "ήρθε η άνοιξη!"... Είχε περάσει μια πολύ δύσκολη μέρα, όλο προσπάθεια με κάποιον, έστω τεχνητό τρόπο, να φέρει την άνοιξη πιο νωρίς. Δεν είχε καταφέρει τίποτε όμως! Την στιγμή εκείνη είχε λάβει ένα γραπτό μήνυμα στο κινητό της, που της ζητούσε να πάει εκεί που η ίδια λάτρευε να βρίσκεται: στο σπίτι του Andrew. Ο Andrew ήταν εκείνος που κατακτούσε τα όνειρά της κάθε βράδυ. Εκείνος για τον οποίο κουβαλούσε κάθε ώρα και λεπτό το κινητό μαζί της, μην τυχόν και της τηλεφωνήσει και δεν το προσέξει... Φυσικά δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη και έτρεξε να ετοιμαστεί. Ποτέ άλλωτε δεν της είχε ζητήσει με τέτοιο απλό και ειλικρινή τρόπο να συναντηθούν. Δεν της άφησε κανένα περιθώρειο παρεξήγησης, ήταν εμφανές ότι είχε στο μυαλό του να περάσουν μαζί κάποιες στιγμές ικανοποίησης και εκείνη το είχε πλέον αποδεχτεί.

Έφτασε και τον βρήκε να ετοιμάζει τον καφέ του, εκείνος με το που την είδε της όρμηξε! και... την φίλησε στα χείλη με μια αμήχανη επιθυμία. Κάθησαν στο σαλόνι και άρχισαν να χαζολογάνε, μιλώντας περί ανέμων και υδάτων, με ένα σωρό διακοπές από τηλέφωνα και κουδούνια που χτυπούσαν διαρκώς. Δεν τους πείραζε, είχαν αρχίσει να αναπτύσσουν μια σχέση άνεσης και παροδικής "'επικοινωνίας", οπότε κάθε φορά που εκείνος ήταν απασχολημένος, η Summer όλο και κάτι έβρισκε να κάνει. Την μία χάζευε την συλλογή του από μουσικούς δίσκους, αργότερα την θέα από το παράθυρο και πάει λέγοντας...

Ο Andrew πηγαινο-ερχόταν και της έδινε πεταχτά φιλιά, μικρο-αγκαλίτσες, και που και που την σήκωνε από εκεί που καθόταν και την έσφιγγε κόντρα στο κορμί του. Εκείνη ένιωθε με μεγάλη σιγουριά την επιθυμία του, την... άγγιζε καταλάθος όταν εκείνος την αγκάλιαζε.

Σιγά σιγά με τις αγκαλιές έφτασαν στην κρεβατοκάμαρα. Άνοιξαν την πόρτα και με δειλά βηματάκια προς τα πίσω εκείνη τον τράβηξε μέσα. Εκείνος την αγκάλιασε, γυρίζοντας το κορμί της έτσι ώστε να είναι η πλάτη της προς το μέρος του. Πέρασε τα χέρια του κάτω από τα δικά της, έσκυψε στον λαιμό της και μύρισε τα καλοχτενισμένα μαλλιά της που έπεφταν ως το στήθος της. Άρχισε να την χαιδεύει απαλά και την κρατούσε στην αγκαλιά του προστατευτικά, γλυκά... Όχι ανυπόμονα και σεξουαλικά. Η Summer είχε αρχίσει να απορεί και γεμάτη αγωνία για τα καινούρια συναισθήματα γύρισε και τον φίλησε, άρχισε να επιδιώκει το πάθος και όχι τον ερωτισμό. Προτιμούσε να επιστρέψουν στις παλιές τους συνήθειες παρά να αφήσει την υποψία της για κάποιο ενδιαφέρον από την πλευρά του να την παρασύρει σε ελπιδοφόρες σκέψεις.

Μετά την πράξη επιβεβαίωσης έμειναν στο κρεβάτι και έλεγαν ο καθένας τα δικά του. Αστειεύονταν με παλιές εμπειρίες, ο ένας με τον άλλο, πετούσαν μικρά καρφάκια και μετά προσποιούνταν ότι δεν υπήρχε υποννοούμενο. Ο Andrew είχε αρχίσει να γλαρώνει και η Summer έπιασε το μήνυμα, σηκώθηκε και πήγε να ετοιμαστεί για να φύγει. Προς μεγάλη της έκπληξη εκείνος της ζήτησε να μην φύγει, να κάτσουν λίγο ακόμη μαζί. Γύρισε λοιπόν στο κρεβάτι και χώθηκε κάτω από τα σκεπάσματα μαζί του, εκείνος χάιδευε το σώμα της απαλά και κείνη έκλεισε τα μάτια και το ευχαριστήθηκε όσο μπορούσε. Της φάνηκε σαν να κράτησε αιώνες εκείνο το απόγευμα, παρόλο που λένε πως όταν περνάς καλά ο χρόνος περνά πιο γρήγορα, είχε ζήσει κάθε δευτερόλεπτο της μέρας εκείνης ξεχωριστά.

Το βράδυ τους βρήκε αραχτούς στον μικρό ζετσό καναπέ του, ο ένας χυμένος πάνω σ' αυτόν και η άλλη με τα πόδια της απλωμένα στο πλάι του καναπέ και το κεφάλι της ακουμπησμένο στο σώμα του. Όταν σηκώθηκαν για να φύγουν ήταν σαν κάτι να είχε αλλάξει αλλα όλα παρέμεναν ίδια. Η σκέψη της παρέμενε μπερδεμένη και εκείνος συνέχιζε με αυτό το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του που η Summer δεν είχε καταφέρει ποτέ να αποκωδικοποιήσει.

Αποφάσισε να του μιλήσει την επόμενη φορά που θα τον έβλεπε. Αλλά τί να του πει; Μάλλον αν του πει θα τον τρομάξει. Καλύτερο είναι όμως να επιστρατεύει όλη της την διπλωματία για να τον κατακτήσει σιγά σιγά και να δεχτεί όλους τους πιθανούς συμβιβασμούς που μπορεί να σημαίνει μια τέτοια κίνηση; Ή μήπως έπρεπε να πάρει το ρίσκο;

Στον δρόμο για την επιστροφή μερικοί στίχοι της έδωσαν την απάντηση και αποφάσισε να κάνει την διαφορά, θα έπερνε το ρίσκο:

By now you should 've somehow

Realized what you gotta do
I don't believe that anybody
Feels the way I do about you now

And all the roads that lead to you were winding
And all the lights that light the way are blinding
There are many things that I would like to say to you
I don't know how

I said maybe
You're gonna be the one who saves me ?
And after all
You're my wonderwall...

Wednesday, March 11, 2009

Sleight of hand and a twist of fate...

She never really understood what it was that he wanted... They had met at an interview, she went to his company to get a job and instead she fell in love with her potential boss. Since the first time they saw each other she knew she wanted him to be hers.

She was in the room watching him doing his job and all she could think of was that look in his eyes, his voice that was so warm, that odder that was just making her want to close her eyes and travel to secret places with him...He was just driving her crazy. His eyes were shinning like two stars that stood out of a whole mess of stars in that black sky of hers. But it was an accidental touch that caused the explosion in her mind.

He never looked at her in a special way, but she knew she could win him over. She did everything he ever asked for, she even did more. She was always punctual and taken care of, she was happy and smiling all the time. Always inviting everyone to go for a drink after work, just so he would say yes, just for once at least!

After a couple of months he made a move… A tiny little one, but... it was still a move! He had added her on that messenger thing. Some day he started chatting with her. He was such a different person through the net than he was at work. He was not that cold and indifferent guy -which she still liked-, he was caring and asking her about herself instead. Not that he was being sweet or anything, not even close to that! He was all trying to sound smart, finding ways to freak her out and trying to excuse himself for having started a conversation out of nowhere. What he didn't know was that Jessica was not as of a kid as he thought. Maybe she was a lot younger but she was still pretty attracted by challenges. It was the biggest challenge for her to make him confess he had noticed her or maybe even better to make him ask her out on a date. So, she did. His efforts to scare her away, just because he himself was scared to death of having any kind of feelings for her, didn’t manage to stop her.

After days of waiting for him to go online and talk to her, and after hours of chatting as if nothing was going on and trying hard to play cool and smart, he finally asked her to go to his place. She said yes without thinking about it twice. She run to her bathroom and made herself look as pretty as possible, she used her favorite perfume, did her hair as she had never done it in front of him before and put on her sexiest underwear. She was absolutely stunning! Jessica knew that it was her only opportunity to make him fall in love with her.

An hour later they were in his car, driving back to his place and getting ready to give this date a head start. They had a couple of drinks while he was persistently making comments about her age, trying to make himself feel more comfortable and at the same time her to regret having accepted his proposal. He didn’t get any of the above done, she was still comfy and he was still having second thoughts about the whole situation they had going on over there.

Though he seemed scared, he touched her hand while she was dragging on about her past relationships. Well, he made the mistake of asking her! He slowly went closer and at a certain point he grabbed her and started kissing her. His movements were so awkward and his kisses so timid. On the other hand she was so sexy and so ready for anything that she helped him -yes, that same guy that was making jokes about her being 10 years younger- get over it. She went on top of him and started unbuttoning his shirt. He carried her to the bedroom and ripped off the shirt she had tried to unbotton, he was too impatient to let her take it off. He started being a beast (in a positive way). He got her naked within seconds and started licking her legs from the toes all the way up. Then he tasted her most intimate place’s juice and it literally drove him crazy. He went inside of her and he was so hard and oh, so big! They tried every position they could think of and they kept on doing it for hours. The whole place was steaming up and they were both so sweaty and sexy. She loved shoving her nails into his skin, licking the sweat off of his neck and grabbing his wet back, touching the line of his spine as he was moving back and forth. He was breathing on her skin and that was turning her on even more. His sighs were getting stronger and stronger and so did he... He made her bend over and as he was doing it to her he was grabbing her from the hair and smacking her ass. He was so hard -not harsh- Jessie started to hurt. He came first and so they stopped. Even though it had been an act of absolute sexual passion there still was a little romance between them. As they were lying down on the bed he was playing with her hair as if he was feeling bad for having grabbed it earlier. She was caressing his skin and he was getting ticklish. They stayed there talking for a while, commenting on the previously done.

The night ended but they kept on seeing each other. She went over to his place a couple more times and the same thing happened over and over again. She really wanted him to fall in love with her; she was starting falling in love with him. Well, actually, that was happening since day one. He didn’t seem to be interested in her in a sentimental way; it was more of a sexual kind of thing to him. The truth is that Jessica was trying hard to find out how the hell his mind was working. It was pretty complicated as they both admitted. Apparently he was making it hard for her on purpose, being terrified of starting something more intimate with her. Not that he was wrong being afraid of the consequences of such a thing; he could be jeopardizing his career.

At work she was completely fine about what had happened even though it was a huge secret. Him instead , he was always mixing other people’s names with hers, he couldn’t look directly at her and he was being awkward and clumsy around her. She enjoyed that a lot because it was the only sign of him remembering what had happened between them.

Even though she wanted to see him again, he didn’t call for quite some time. So she decided that she‘d take her revenge. When he dared to call she decided to spice it up a little and make him realize that sex with her was not only about fucking each other out of his mind. She had him thinking he wanted to see her again and this time: just for dinner. Just to look her in the eye and talk about places they had travelled. With (in their minds) or without each other... But she can still see the stone set in his eyes, sleight of hand and twist of fate, on a bed of nails he makes her wait, and she waits without him. With or without him.

Tuesday, March 3, 2009

I cheated myself...


"Hand me your Stella and fly" είπε στην φίλη της η Amy όταν τελικά αποφάσισε να ακούσει την φίλη της και να την ακολουθήσει σε μία προγραμματισμένη εδώ και βδομάδες έξοδο. Ήθελε πολύ να γυρίσει σπιτάκι της και να αναπτύξει την πολύχρονη σχέση της με το τηλεκοντρόλ, αλλά σκέφτηκε πως είναι κρίμα να το ακυρώσει τελευταία στιγμή, είναι κάπως ανεύθυνο. Πήρε, λοιπόν, τα ταλαιπωρημένα ποδαράκια της και μαζί τραβήξανε κατά την στάση του τραμ.

Το τραμ όλο πήγαινε, πήγαινε, πήγαινε και πουθενά δεν έφτανε. Μετά από μία ώρα περίπου κατέβηκαν στην μέση του πουθενά και άρχισαν να ψάχνουν τις κοκόνες που περίμεναν κάπου εκεί γύρω. Όσο η Vicky τηλεφωνούσε απεγνωσμένα μία εκ των δύο κοκονών, η Amy χάζευε την ομίχλη και την υγρασία από το χορτάρι. Περπατούσαν πάνω - κάτω προσπαθώντας να εντοπίσουν τα απόντα μέλη της παρέας, παραπατούσαν σε πετραδάκια και τα τακούνια τους βυθίζονταν σε λάσπες και... ποιός ξέρει τι άλλο, αν λάβουμε υπόψη μας το γνωστό ρητό που αναφέρεται σε όσους νυχτοπερπατούν...

Ακολούθησαν αρκετά λεπτά περιπλάνησης και αναζήτησης και τελικά κατέληξαν όλες μαζί στο μαγαζί του προορισμού τους. Πέρασαν ώρες ακούγοντας μουσική και ανταλλάσσοντας κουτσομπολίστικα σχόλια. Όταν το συγκρότημα τελείωσε την επίδειξη του, ο τραγουδιστής κατέβηκε από την σκηνή και πήρε με την σειρά τα τραπέζια για να βελτιώσει τις δημόσιες σχέσεις της μπάντας του.

Κάποια στιγμή ήρθε και η σειρά του τραπεζιού των κοριτσιών. Η Amy ήταν απασχολημένη, μιλούσε με έναν περίεργο τύπο ο οποίος αναζητούσε στην μορφή της επιβεβαίωση. Εκείνη όμως είχε νιώσει το ένστικτό της να μπαίνει σε λειτουργία και κατάλαβε ότι αυτός ο άνθρωπος δεν ήταν αξιόπιστος. Όταν ο Thomas της μίλησε εκείνη δεν πολυέδωσε σημασία. Του απάντησε μονολεκτικά και συνέχισε να πίνει το ποτό της. Εκείνος ομως δεν ήταν συνηθισμένος σε τέτοια αντιμετώπιση. Ως τραγουδιστής είχε μάθει να έχει όλες τις κοπελίτσες στα πόδια του, να λιώνουν με ένα του βλέμμα και να παρακαλάνε για ένα του φιλί. Αυτή η αντιμετώπιση λοιπόν προκάλεσε το ενδιαφέρον του. Τον έκανε να αναρωτιέται τι ήταν αυτό που έκανε την Amy διαφορετική. Πήγε σπίτι του και έψαξε στο διαδίκτυο να την εντοπίσει και να ρίξει μια ματιά πιο ελεύθερα. Αφού την βρήκε της ζήτησε να βγουν, αντιμετωπίζοντάς την επίτηδες όπως θα αντιμετώπιζε όλες τις υπόλοιπες ...θαυμάστριές του.

Την πήγε να πιούν λευκό κρασί σε ένα ήσυχο και τζαζ μπαρ, κάπου κοντά στην θάλασσα. Μιλούσαν επί ώρες, της έλεγε για εμπειρίες από το παρελθόν του και την κοίταζε επίμονα στα μάτια περιμένοντας εκείνη να κάνει την πρώτη κίνηση. Έφυγαν από το φως των κεριών και πήγαν σε κείνο του φεγγαριού. Πήγαν με το αυτοκίνητο σε μία παραλία και έμειναν εκεί για ώρες, μέχρι τις 5 το πρωί. Άκουσαν μουσική, κάπνισαν τσιγάρα, ήπιαν και λιγάκι ακόμη, συνοδεύοντας έτσι την συζήτησή τους. Κανένας από τους δύο δεν έκανε κίνηση, παρόλο που ο Thomas ομολόγησε αργότερα πως το ήθελε πολύ.

Πέρασαν οι μέρες και βγήκαν και πάλι κάποιο βράδυ. Και πάλι για κρασί, και πάλι για συζήτηση. Εκείνος είχε πλέον φτάσει στα όρια του και προσπάθησε να την σπρώξει και 'κείνη στα δικά της κάνοντάς της μία ερώτηση με σκοπό να την πιάσει εξ απροόπτου. Δεν είχε καταλάβει όμως πως την συγκεκριμένη ερώτηση σκόπευε να του κάνει και η ίδια στο τέλος της βραδιάς.

"Τί θές απ' την ζωή μου;" της είπε ενώ έτρεχαν για να κρυφτούν σε κάποιο υπόστεγο για να γλιτώσουν την πολλή βροχη. Η Amy σταμάτησε στην μέση του δρόμου και του είπε πως ήξεραν και οι δύο πολύ καλά ότι εκείνος κάτι ήθελε από την δική της, όχι εκείνη απο την δική του. Ο Thomas άφωνος την τράβηξε από το χέρι και μπήκαν στο μαγαζί. Μετά το πρώτο ποτό εκείνος άρχισε να εκδηλώνεται και κείνη να χαλαρώνει. Κάποια στιγμή της είπε με μάτια όλο υποννοούμενο: "θέλεις να πάμε σπίτι να δούμε ταινία;". Εκείνη συμφώνησε, γνωρίζοντας σε τι είδους "ταινία" αναφερόταν ο επικείμενος εραστής της. Περπάτησαν βιαστικά ως το σπίτι και κάθησαν στον καναπέ, τηρώντας υποκριτικά αποστάσεις. Άναψαν την τηλεόραση και για μερικά δευτερόλεπτα παρίσταναν πως είχαν σκοπό να παρακολουθήσουν εκείνο το ντοκιμαντέρ για τα φίδια...

Την πρώτη κίνηση την έκανε ο Thomas, φιλώντας την με πάθος και ανυπομονησία. Συνέχισαν δοκιμάζοντας τις δικές τους αντοχές αλλά και αυτές του καναπέ. Δοκίμασαν να πάρουν κάθε πιθανή μορφή, σταμάτησαν και ξαναξεκίνησαν "ατελείωτες" φορές. Αυτή τη φορά δεν αντάλλαξαν ούτε κουβέντα. Έμειναν σιωπηλοί και η επικοινωνία γινόταν μέσω αναστεναγμών και βλεμμάτων. Εκείνος την κοίταζε επίμονα, όσο και 'κείνο το βράδυ κοντά στην θάλασσα. Η ματιά του όμως δεν ήταν η ίδια. Κάτι ζητούσε, κάτι περίμενε. Είχε μετατραπεί σε ένα σαγηνευτικό κτήνος που έκανε την Amy να αναρωτιέται πώς γίνεται να αποκτήσει αυτή την ξαφνική λάμψη και προκλητική ομορφιά μέσα σε μερικές μόλις στιγμές επαφής. Το κορμί του ήταν πολύ πιο όμορφο από ότι το είχε φανταστεί. Οι γραμμώσεις του ίσα που φαίνονταν και η μυρωδιά του ήταν για 'κείνην λαχταριστή. Ήταν και οι δύο τόσο ιδρωμένοι που στα σώματά τους το φως του δρόμου έκανε παιχνίδια. Μόνοι μάρτυρες εκείνης της βραδιάς ήταν αυτό ακριβώς το φώς και το λιγοστό αεράκι που έμπαινε απο το μισάνοιχτο παράθυρο κάνοντας να χορεύει την πορτοκαλί κουρτίνα. Και οι δυο τους το γνώριζαν πολύ καλά αυτό και γι' αυτό απόλαυσαν ελεύθερα την συν...άντησή τους απλωμένοι σε κάθε εκατοστό του, ενώνοντας κάθε χιλιοστό των κορμιών τους, αναπνέοντας κάθε δευτερόλεπτο που τους απέμενε να είναι μαζί.

Όταν έσβησε η φλόγα της νύχτας και το φως της μέρας άρχισε να δίνει σημάδια για το πως είχαν τα πράγματα η Amy σηκώθηκε από τον μουσκεμένο από έρωτα καναπέ και πηγαίνοντας στην πόρτα, του ψυθήρισε στ' αφτι:

"Sweet reunion, Jamaica and Spain,
We're like how we were again.

Then you notice likkle carpet burn,
My stomach drops and my guts churn,
You shrug and it's the worst,
Who truly stuck the knife in first?

I cheated myself,
Like I knew I would
I told you I was trouble,
You know that I'm no good."

Μια βραδιά σε ένα πλοίο...


Να τη πάλι αυτή η ανάγκη να γράψω. Πάνε χρόνια που δεν γράφω πια. Τί να σημαίνει άραγε αυτή μου η ανάγκη;


Βρίσκομαι στο κατάστρωμα 10 του Superfast XII, στο γυρισμό από Γαλλία. Φύγαμε χθες το πρωί στις 5 η ώρα, αφού κοιμηθήκαμε μονάχα 1 ώρα, απο τις 3.30 μέχρι τις 4.30. Εκείνος έκανε όλη την διαδρομή, οδήγησε ο καημένος 10 ώρες, σχεδόν χωρίς διάλειμμα.


Η αρχή του ταξιδιού ήταν δύσκολη, παλεύαμε να μην μας πάρει ο ύπνος! Εκείνος γιατί οδηγούσε και 'γω για να του κρατώ παρέα. Σιγά - σιγά όμως, καθώς ξημέρωνε, η θέα ήταν συναρπαστική και -εμένα τουλάχιστον- με κρατούσε ξύπνια. Η Soja και η μαμά του κοιμόντουσαν στο πίσω κάθισμα και έτσι αναγκαζόμασταν να ψυθηρίζουμε. Πριν φύγουμε είχε πιεί 3 καφέδες, εγώ ούτε νερό!

Όσο προχωρούσαμε η διαδρομή γινόταν πιο ευχάριστη. Οι δρόμοι στην Γαλλία είναι πολύ καλοφτιαγμένοι και οι οδηγοί συνεπείς, οπότε η αναμονή εν κινήσει ήταν εύκολη -στην αρχή τουλάχιστον. Είδαμε την αυγή μαζί, σε έναν τεράστιο ίσιο δρόμο που μας οδηγούσε προς τα 'κει από όπου ερχόταν ο ήλιος. Πανέμορφα! Σταδιακά το τοπίο άλλαζε, γινόταν κάπως ... εξωτικό! Φτάσαμε στο St. Tropé, στις Κάννες, στην Νίκαια και μετά στο Monaco. Η πρώτη μας στάση ήταν στο Monaco οπού φάγαμε πρωινό (που τελικά ήταν και μεσημεριανό μαζί) στις 8 η ώρα. Οι υπάλληλοι μιλούσαν κάτι περίεργα γαλλο-ιταλικά και μου ακούγονταν εντελώς χαζεμένοι. Τουλάχιστον στην Τουλόν δεν ήταν έτσι! Ήταν απλώς βλάχοι οι άνθρωποι!!


Τόση ώρα που κάθομαι εδώ στο κατάστρωμα, περνούν διάφοροι, μόνοι, με παρέα, με τσιγάρα, ποτά... Αλλά όλα είναι ήσυχα. Μόνο κάτι πλαστικά που τρίζουν σπάνε αυτή την σιωπή, η μηχανή του πλοίου και ο άνεμος. Τώρα - τώρα και 2 securitάδες που σχολιάζουν κάτι επιβάτες και ένα σκυλάκι που κλαίει, κλειδωμένο σ' αυτά τα απαίσια κλουβιά εδώ και ώρες. Απορώ πως ακουγεται ως εδώ, βρίσκομαι μέτρα μακριά. Θέλω πολύ να πάω να το παρηγορήσω. Είναι ένα μικρούλι μαυριδερό που τρέμει διαρκώς από φόβο το κακόμοιρο και δίπλα του είναι ένα μεγάλο που κλαίει γεμάτο παράπονο. Στην είσοδο όμως είναι και ένα ακόμη, νεαρό και άγριο, άσπρο με καταγάλανα μάτια, που γαυγίζει σε όποιον πλησιάζει. Έτσι δεν μπορώ να πάω να δω τα άλλα δυο γιατί θα ξυπνήσω τους πάντες εδώ γύρω.


Όπως πηγαίναμε, λοιπόν, το τοπίο όλο και ομόρφαινε. Το πιο όμορφο σημείο ήταν οι Κάννες -με διαφορά- και μετά οι δρόμοι της Ιταλίας -αν και γεμάτοι στροφές- στην διαδρομή από τα σύνορα μέχρι την Πάρμα. Η Γένοβα δεν ήταν τίποτα το σπουδαίο. Πρωτού φτάσουμε Ιταλία, περνούσαμε από βουνά, εκείνος είπε πως ήταν οι Άλπεις, στα οποία ανάμεσα έβλεπες πόλεις και χωριά. Δεν ήταν όμως όπως τα ξέρουμε εμείς, στην κορυφή, κρεμασμένα από τον γκρεμό. Εκείνα ήταν χωμένα ανάμεσα στα βουνά, χαμηλά - χαμηλά και ‘μείς περνούσαμε από πάνω τους, διασχίζοντας τεράστιες, πανήψηλες, ατελείωτες γέφυρες. Η βλάστηση ήταν πανέμορφη, και η θάλασσα στο βάθος επίσης. Το έδαφος όλο ήταν καλυμμένο με ψηλά δέντρα, στριμωγμένα και χωρίς κλαδιά παρά μόνο στην κορφή. Είχαν κάτι κορμούς ίσιους και ξερούς και μονάχα μια καταπράσινη φούντα πάνω – πάνω. Ανάμεσα στα δέντρα στα αριστερά μας φαινόταν που και που και καμιά ... βιλίτσα! Όσο πλησιάζαμε στην Ιταλία, οι γέφυρες γίνονταν τούνελ. Με ‘κείνον, για να διασκεδάσουμε λιγάκι και να σπάσουμε την μονοτονία, πριν μπούμε σε κάθε τούνελ παίρναμε μια βαθιά ανάσα και προσπαθούσαμε να την κρατήσουμε μέχρι να βγούμε από το τούνελ. Έπρεπε να κάνουμε και μία ευχή ταυτόχρονα. Τα τούνελ όμως όλο και μεγάλωναν, έφταναν να είναι αρκετών χιλιομέτρων και εγώ δεν μπορούσα να κρατήσω άλλο πια την αναπνοή μου. Οπότε έσκαγα και αρχίζαμε όλοι μαζί να γελάμε.


Πολύ κουνάει τώρα και έχει κρύο δυνατό αέρα. Τυλίγομαι με την πασμίνα που έχω μαζί μου, το μοναδικό μου μέσο προστασίας, αλλά μικρή η διαφορά.


Αφού περάσαμε πολλά μέρη, φτάσαμε σε μία πινακίδα τεράστια και μπλε με κίτρινα αστεράκια και άσπρα γράμματα που έλεγε * Ι Τ Α Λ Ι Α * . Από ‘κείνη την στιγμή και μετά το ταξίδι άρχισε να γίνεται ιδιαίτερα κουραστικό. Τα τούνελ ήταν βρώμικα και παλιά, γεμάτα γκρέμια και ακατανόητες πινακίδες κυκλοφορίας. Ο δρόμος ήταν άτσαλος, οι λωρίδες μόνο 2 (μία για κάθε κατεύθυνση) και μάλιστα χωρίς έκτακτης-ανάγκης. Οι οδηγοί πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο. Όσο οι Γάλλοι αραίωναν τόσο πλησίαζες στον ... θάνατο! Αυτοί οι Ιταλοί ειναι άρρωστοι! Πάνε σαν μανιακοί και δεν τους σταματά τίποτα. Μεταξύ τους συνεννοούνται μια χαρά, αλλά όλοι οι υπόλοιποι υποφέρουμε. Όσο όμως στον δρόμο επικρατούσαν συνθήκες κόλασης, τόσο το τοπίο ήταν παραδεισένιο. Μόνη εξαίρεση όταν πλησιάζαμε σε πόλεις όπως η Γένοβα, όπου γινόταν το αδιαχώρητο από κακομοιριασμένους ουρανοξύστες-πολυκατοικίες και η φτώχεια ήταν τρομακτική. Τα χωριουδάκια με τα τελεφερίκ, τα σπίτια πάνω στον γκρεμό και ανάμεσα σε ζούγκλες από δέντρα, πάνω από τα τούνελ στα οποία χωνόμασταν βιαστικά, ήταν όλα τόσο γραφικά, ένα προς ένα. Όχι πλούσια, αλλά τυχερά. Σε ένα μέρος πολύ special... Μετά την Γένοβα το σκηνικό άλλαξε δραματικά. Δεν ήταν πια και πολύ εξευρωπαϊσμένη η κατάσταση, ήταν ολοφάνερα μεσογειακή. Παντού ακαταστασία, άθλιοι δρόμοι και κάτι βρωμοϊταλίδες που τσακώνονταν πάνω από το φαγητό μας ενώ μας το σέρβιραν στην στάση που κάναμε έξω από την Πάρμα.


Μόλις περάσαμε δίπλα από ένα περίεργο φωτεινό ...πράγμα. Πλοίο ήταν, αλλά έμοιαζε με τεράστιο ξενοδοχείο ακουμπισμένο στην ακρογιαλιά. Περάσαμε πολύ κοντα το ένα πλοίο από το άλλο και μπόρεσα να το χαζέψω λίγο. Τώρα το βλέπω να χάνεται στο σκοτάδι πάλι. Είναι 4 η ώρα, αν και η ώρα του καραβιού ειναι 5 (ακολουθεί την ώρα Ελλάδος αλλα εμένα ο οργανισμός μου ακόμη λειτουργεί με ώρα Γαλλίας - Ιταλίας). Είναι βαθιά η νύχτα. Αυτά τα πλαστικά ακόμη τρίζουν! Τώρα κουνάει πολύ και φοβάμαι την θάλασσα, αλλά αρχίζω να το συνηθίζω. Εξάλλου όσο και να φοβάμαι, στην πραγματικότητα δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο από το να περιμένω.


Μετά την Πάρμα ο δρόμος ήταν εύκολος: μία τεράστια ευθεία από καλή άσφαλτο και 5 λωρίδες ανά κατεύθυνση. Πηγαίναμε με 180 για τουλάχιστον 2,5 ώρες. Κερδίσαμε αρκετό χρόνο έτσι. Εκεί που πηγαίναμε όμως ξαφνικά έπεσε λίγη κίνηση. Ενώ λοιπόν όλοι φρενάρανε, ο μπροστινός μας χάζευε και πήγε και έπεσε με full speed στην Alfa Romeo μπροστά του. Αυτός στο πίσω αμάξι -αυτός που έφταιγε- το έσπασε το Opel Astra του. Η μηχανή έβγαζε γκρι καπνούς και ..."η μούρη του είχε μπει όλη μέσα". Οι αερόσακοι πάντως δεν άνοιξαν! Θα ‘πρεπε, με τόση ταχύτητα. Από εκείνη την ώρα και μετά ...εκείνος... σε κάθε τοσοδούλικο φρενάρισμα έβαζε τα alarm και πήγε και κάθησε πίσω από έναν άλλο Γάλλο, για ασφάλεια! Μετά από λίγο έιδαμε στο αντίθετο ρεύμα να επικρατεί χάος. Είχε μία ουρά από αυτοκίνητα που δεν κινούνταν ούτε χιλιοστό τουλάχιστον για 15 χιλιόμετρα!!! Το βλέπαμε και δεν το πιστεύαμε.

Καθώς πλησιάζαμε στην Ανκόνα, εκείνος έκλεινε 10 ώρες στο τιμόνι με 1 ώρα μονάχα ύπνου. Τα βλέφαρά του πέφτανε και σχεδόν τον πήρε ο ύπνος στο τιμόνι 3 φορές. Κρατούσα εγώ το τιμόνι που και που και τον άφηνα να χαλαρώσει. Κάποια στιγμή που η διαδρομή έγινε πιο δύσκολη, του έπιασα το χέρι και άρχισα να του μιλάω. Τον τάιζα σοκολάτα και του μιλούσα για διάφορα θέματα που τον ενδιέφεραν για να κρατώ το μυαλό του σε εγρήγορση.

Επιτέλους μετά τις χαοτικές εξόδους της Ανκόνας φτάσαμε στο λιμάνι. Πήγαμε ως τον γκισέ, στον οποίο φτάσαμε αισιώς η μητέρα του και εγώ μετά από 15 λεπτά περπάτημα, και μετά ανεβήκαμε στο πλοίο. Η Soja άρχισε να νιώθει καλύτερα -she gets carsick- αλλά προέκυψαν κάποια προβλήματα με το κλουβί της. Τελικά την αφήσαμε σε ένα άλλο και κατεβήκαμε στο μπαρ. Η γλυκούλα μου έκλαιγε σαν μωρό, μοναχούλα της σε ένα κλουβί, χωρίς φως και τριγυρισμένη από άλλα σκυλιά που ήταν εξίσου τρομαγμένα (και ένα που απλώς ήταν φασαριόζικο!).

Πριν την αφήσουμε στο κλουβί, πήγαμε στις καμπίνες. Ο μπαμπάς του μας έκλεισε ως έκπληξη καμπίνες Ά θέσης... De loux… Είναι πανέμορφες, με θέα μπροστά, στο κέντρο του πλοίου. Βλέπουμε από το παράθυρο την θάλασσα μπροστά μας χωρίς τίποτα να μας κόβει την θέα. Πρέπει να ‘ναι πανάκριβες! Έχουμε και δωρεάν πρωινό. Αυτό το δώρο είναι γιατί ο μπαμπάς του είναι περήφανος για ‘κείνον.

Ακόμη δεν μπήκαμε Ελλάδα και ‘γω θέλω να στείλω το μήνυμα στην μαμά. Της το έγραψα όταν ανέβηκα εδώ πάνω και περιμένω να πιάσω σήμα Cosmote για να μην πληρώνουμε πάλι τα μαλλικέφαλά μας.

Η ώρα κοντεύει 4.30. Τα μάτια μου κουράστηκαν, θα κάτσω λίγο ακόμη όμως να διαβάσω το βιβλίο μου. Πολύ θα ‘θελα να κοιμηθώ αλλά δεν έχω τίποτα για να σκεπαστώ και πουθενά να κρύψω την τσάντα μου. Φοράω και το άσπρο κοντό φορεματάκι που πήραμε στην Τουλόν. Δύσκολο λοιπόν να κοιμηθώ! Κουνάει πολύ και όσο είναι σκοτάδι φοβάμαι. Το τραπέζι τραμπαλίζει κάτω από τα χέρια μου. Το κεφάλι μου γέρνει και το κορμί μου τρέμει μαζί με το τρέμουλο της μηχανής. Θα μείνω εδώ. Έχει αεράκι και βοηθάει, δεν ζαλίζομαι. Τουλάχιστον έχει ζέστη εδώ έξω. Μέσα κάνει παγωνιά, πρέπει να έχει κάτω από 17 βαθμούς. Ακόμη Ιταλία είμαστε. Οι άνθρωποι πάλι πάνε και έρχονται. Διάφορα φώτα καθρεφτίζονται στα παράθυρα και με κάνουν να νομίζω πως έχουμε επισκέπτες. Πλοία που ταξιδεύουν σαν και ‘μας....

Κυριακή, 24 Αυγούστου 2008